Στο καβούκι μου

Τα κείμενα της καθημερινότητας θα δημοσιεύονται στο εξής στον Βερνάρδο τον ερημίτη, στην διεύθυνση : http://gerimitiis.blogspot.gr/

Ποιήματα θα βρείτε στην ποιηματοποίηση

ενώ

Πεζά και διηγήματα στην διηγηματοποίηση

...

Τι δεν είναι και τι είναι το gpoint'sbreeze

Δεν είναι χώρος που προωθεί έμμεσα ή άμεσα διαφημίσεις.
Δεν είναι χώρος που θα σας προωθήσει σε άλλα μπλογκς πλην των άλλων του δημιουργού της.
Δεν είναι χώρος που θα σας υποχρεώσει ν' ακούσετε την μουσική που αρέσει στον δημιουργό του.

Είναι ένας χώρος που σέβεται την σκέψη και την ελληνική γλώσσα.
Είναι ένας χώρος που προσπαθεί να σέβεται τους επισκέπτες του και τον εαυτό του.



Παρασκευή, 29 Ιουνίου 2007

Ξενοδοχείο η Οαση



Αν βρεθείς ποτέ στο ξενοδοχείο η όαση
Μακριά, εκεί που οι περαστικοί είναι σπάνιοι και τα ζευγάρια παράνομα
Ρίξε μιά ματιά στη Κυρία που το έχει
Και στα ίχνη των ανθρώπων που πέρασαν

Μικρές γραφές στους τοίχους-όρκοι της νύχτας που τελειώνουν το πρωΐ
Ονόματα ματαιοδοξίας κι’ ημερομηνίες- τι να σημαίνουνε ;
Κοιλώματα στο στρώμα, αδιάψευστοι μάρτυρες προηγηθείσης «ευτυχίας»
Κάπου ξεχασμένα τα ρέστα- μη τ’ ακουμπήσεις, λερώνουν.

Αντανακλάσεις στο καθρέπτη του μπάνιου
Ρίμμελ και ξεχασμένα τσιμπιδάκια
Ενα αποτσίγαρο πατημένο από παπούτσι αντρικό

η Κυρία,
μόνη της πιά,
δεν καθαρίζει σχολαστικά,
τί νόημα θάχε ;

Κάποτε όλα ήταν τέλεια, καθαρά
Μα οι άνθρωποι πάντα το ίδιο βρώμικοι
ή ν’αφήνουν τη βρωμιά τους
Ποιός τους ήξερε στην ερημιά, μόνο το ταίρι τους-αν είχαν

Δες τη Κυρία στο βάθος του διαδρόμου με τη σκούπα στο χέρι
Και τη φλόγα στα μάτια
Σε ξεκουφαίνει η σιωπή της, -κάρτες δεν δέχεται- μόνο μετρητά
Και ληγμένες επιταγές ποιητών και κλεψιτύπων

Αν περάσεις τη νύχτα μόνος εκεί
Και φοβηθείς
Πίεσε το κουμπάκι
Ενα μηχανικό χέρι θα σφίξει το δικό σου
Μέχρι να νοιώσεις καλά

Γιατί το αύριο θαναι καινούργια μέρα
Μα πάλι χωρίς λόγια
Γιατί το αύριο θάχει καινούργια παραμύθια και μοναξιά
Στο ξενοδοχείο η Οαση

Βρες τα σημάδια απ΄το ξημέρωμα στο δωμάτιο
Τις διάχυτες λοξές ακτίνες μέσα απ’ τις γρίλλιες
Τη σκόνη που αιωρείται μέσα τους
Υλικό από προηγούμενους ενοίκους

Και στο μπαλκόνι όταν βγεις δες με τα μάτια της Κυρίας
Γέλα, ζήσε, εξαφανίσου
Σαν τραίνο που δεν έπιασε σταθμό
Ταχύτητα μη κόψει


Βάλε και συ ένα σαπουνάκι στη τσέπη σου
Ενθύμιο κι’ απόδειξη της ύπαρξης σου
Μα μη πειράξες το τασάκι

Και η Κυρία στη ρεσεψιόν θα σε κοιτάζει
Ν’ απομακρύνεσαι



Τετάρτη, 6 Ιουνίου 2007

Ιστορίες από ένα άλλο (κοίλο) ημισφαίριο


ΕΝΑ ΔΙΑΦΥΣΙΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

ΩΚΕΑΝΟΣ

1. Πρόλογος

Κει που τελειώνει ο ωκεανός στο άλλο ημισφαίριο –λένε- υπάρχει μιά ομαλή ακτή γιά τους ναυαγούς. Την προτιμάνε από τα απόκρημνα βράχια καθώς η αμμουδιά και το νερό λειώνουν το ένα μέσα στ’ άλλο, μπορείς να βγείς και περπατώντας. Λίγο πιό πέρα όμως, στα πέντε μέτρα, απλώνεται ένας μαντρότοιχος ψηλός, σ’ όλο το μήκος της ακτής, διαφυγή καμιά, πρέπει να τον περάσεις. Κανένας ναυαγός δεν ήξερε τι είναι πίσω του, ο καθένας φανταζότανε τι του έλειπε εκείνη τη στιγμή : άλλος φαΐ, άλλος κρασί, άλλος γυναίκες. Μερικοί νομίζανε ότι ήταν στο νησί των θησαυρών, διαμάντια και πολύτιμους λίθους φανταζότανε, τον τοίχο δεν τον υπολόγιζαν.Φάγανε λίγες αχιβάδες και καβούρια να πάρουνε δυνάμεις, ξαπλώσανε στον ήλιο κι’ ετοιμαζότουσαν γιά το μεγάλο σάλτο.Κι ‘ ο τοίχος όμως ετοιμαζότανε. Χρόνια τώρα έβαζε στοίχημα με τον εαυτό του κανείς ανάξιος να μη περάσει. Και έβαζε όλη του τη τέχνη.. Αλλού γινόταν γλιστερός αλλού αγκάθια έβγαζε, αλλού υποχωρούσε τα στηρίγματα μέχρι να πέσουν κάτω οι υποψήφιοι κατακτητές. Γιατί έτσι τους έβλεπε. Νηστικούς να φάνε το φαΐ του, διψασμένους να πιούν το κρασί του, στερημένους να χαρούν τις γυναίκες του και πάντα άρπαγες ν’ αρπάξουν το θησαυρό του.
Και ψήλωνε κατά βούληση. Στους πιό επίμονους έκανε το μεγάλο κόλπο, έπαιρνε τα χρώματα και την υφή του ωκεανού, τους τρόμαζε, τους θύμιζε το χτες-θάλασσα σκούρα κι’ ουρανός μονάχα-σα ναυαγοί χάνανε τον προσανατολισμό τους, αντί γιά πάνω, προς τα κάτω ή τα πλάγια σκαρφαλώνανε απελπισμένα. Τέλος τη λουρίδα της άμμου λατρεύανε κι’ εγκαταλείπανε τη προσπάθεια.


2. Ωγήν- ωγένος

Σ’ όλα τα παραμύθια υπάρχει ένα παλληκάρι, ένας ήρωας να δώσει λύση.Εδώ ο πιό κοσμογυρισμένος έπιασε τη κιθάρα του και τραγούδησε στο τοίχο.

Θέλω, αχ πόσο θέλω το κορμί μου απ’ το τοίχο να διαβεί
Σαν την όμορφη παρθένα που ζητά να παντρευτεί
.

Ο τοίχος σταμάτησε την άμυνα ν’ ακούσει το τραγούδι

Θέλω, αχ πόσο θέλω η ψυχή μου απ’ το τοίχο να διαβεί
Σαν την έμπειρη τη πόρνη στο κρεβάτι όταν βρεθεί

Ο τοίχος έμεινε ακίνητος και σκεπτικός.

Τότε το παλληκάρι του έδειξε την άδεια εξασκήσεως επαγγέλματος.
Εγραφε : ακροβάτης.
Αυτό ήταν!
Μιά πόρτα φάνηκε στο τοίχο. Από μακριά ακούγονταν τραγούδια και χοροί. Είχανε πανηγύρι. Ενας-ένας οι ναυαγοί μπήκαν. Το παλληκάρι, με το τοίχο έπιασε κουβέντα.

- Τι πανηγύρι έχουνε ;
- Πάντα το ίδιο, γλεντάνε κάθε που ανοίγω τη πόρτα. Το λένε της Ανοιξης, αλλά δεν είναι. Δεν θα πας ;
- Πρώτα πρέπει να μάθω αν πρέπει, θα δω τους ναυαγούς.
-Εχεις την άδεια του ακροβάτη.
- Δεν είναι αρκετή. Χρειάζεται κι’ η τέχνη. Ισως να σκούριασα, ίσως να μην είναι σκαρφάλωμα. Γιατί άνοιξες ;
- Τόξερα πως θα χάσω όταν άκουσα το τραγούδι σου. Κτύπησες κέντρο. Μου θύμισες πρώτα τις κόρες μου, μετά την Τηθύα, τη κάποτε γυναίκα μου και πιό παλιά αδερφή μου. Υποχωρώ πριν με νικήσουν, συντηρώ τις δυνάμεις μου.
- Τι προστατεύεις ;
- Τον κόσμο απ' τη βιασύνη των σοφών. Μετασχηματίσθηκα
- Τί ήσουνα πρώτα ;
- Ωκεανός. Είμαι ακόμα. Αλλά χάνω τις μάχες στο νερό κι΄ας κύκλωσα όλη τη στεριά.Αυτούς που οδηγούσανε τα πλοία, ναυαγούς τους είπανε απ' τη συνήθεια μου να τους βυθίζω. Μα στο τέλος φιάξανε πιό γερά σκαριά. Τόβλεπα πως θα χάσω κι’ άλλαξα, έγινα τείχος να κυκλώσω τη γη.
- Κι’ η λουρίδα που πατάμε ;
- Δίνω χώρο στους εχθρούς μου, μετά γινόμαστε φίλοι.
- Γιατί πρέπει να περικυκλώνεις τη γή ;
- Ωγήν. Είναι η δουλειά μου.
- Τι είναι ωγήν ;
- Το παλιό μου όνομα. Μετά με είπαν Ωγηνός, ήμουν ποτάμι ακόμα, δεν είχα πάρει τη θέση μου.
- Τι άλλαξε ;
- Η γεύση μου, έγινα αλμυρός.
- Και τώρα ;
- Τώρα άλλαξε η γεύση των ανθρώπων. Εφερα το μυαλό μου στο τείχος, κι’ άφησα το κορμί μου πίσω το νερό.
- Πως σούρθε η ιδέα ;
- Από τους τοίχους, τα πλαϊνά των πλοίων. Μαθαίνεις κι’ απ’ τους ανθρώπους.
- Γιατί τους εμποδίζεις ;
- Βιάζονται, δεν ξέρουν. Εσύ πως βρήκες την άδεια ;
- Γυμνάστηκα πολύ στο σκαρφάλωμα, εγινα ο καλύτερος. Μου την έδωσε ο Πατέρας. Δεν του τη ζήτησα. Μούπε πως έκανα τη χαρά, δουλειά. Ισως γιά να με τιμωρήσει μου την έδωσε.
- Ετσι κι’ αλλιώς τον εξυπηρέτησες. Είναι βαρύ το φορτίο κι’ Αυτός δεν έχει γη ν’ ακουμπήσει.
- Είσαι και σύ πατέρας. Που είναι οι κόρες σου ;
- Ναί, οι Ωκεανίδες. Πολλά καράβια στο νερό , έφυγαν. Γίνανε δέντρα και πηγές υπόγειες. Μόνο η Ωκεανίνη έμεινε, στα βαθιά, κει πούχει ησυχία, μερικοί την είπανε Γοργόνα. Δεν τη βλέπω πιά. Αμα γυρίζω στο κορμί μου, την αισθάνομαι.
- -Το τείχος δεν είναι κορμί σου ;
-Οχι, ψευδαίσθηση είναι.


Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2007

Ιανή

.

Είμαι, αλήθεια, μιά ψυχή...... Είναι, Θεέ μου μιά χοντρή
πολύ λεπτή,ευγενική .......... ..και στο μυαλό και στο κορμί
όποιον άνδρα πλησιάζω.........σ' όποιον άνθρωπο μιλούσε
με λατρεία τον κοιτάζω..........δηλητήριο πετούσε

Είμαι λίγο ποιήτρια..............Της πέννας το ταλέντο της
χάρισμα έχω μεγάλο.............το έχει γιά παγίδα
ευαισθησίες στο χαρτί..........να βρει κάνα ελαφρόμυαλο
κι' αισθήματα να βγάλω........που ψάχνει γιά ελπίδα

Τον γεμίζω κομπλιμέντα.......Σκλάβο σε θέλω άνθρωπε
ότι μου ζητάει του δίνω.........να κάνεις τεμενάδες
όπως κάνουν οι γυναίκες......όπως αρμόζουν σε χοντρές
πούχουν χαρακτήρα φίνο......κι' απαισιες κυράδες

Με άφησε ο άντρας μου........Την έδιωξε ο άντρας της
ο μέθυσος, το κτήνος............κράτησε το παιδί της
και το παιδί μου φόρτωσε.....να εξασφαλίσει άνετα
ελεύθερος εκείνος................σπίτι και διατροφή της

Εγώ που από το πάτωμα........Κάθε της λόγος διαταγή
δεν σήκωνα το βλέμμα..........αλλιώς γκρίνια μεγάλη
τα πάνδεινα υπέφερα...........και άφινε τον άντρα της
μου έπινε το αίμα.................στο μαύρο του το χάλι

Τώρα ζητάω στήριγμα.........Το νέο θύμα της κοιτά
και κάπου ν'ακουμπήσω......πως θα το ξεγελάσει
ένα καινούργιο σύντροφο...στα δίχτυα της πως θα μπλεχτεί
να ξανααγαπήσω..................και τη ζωή να χάσει

Στη μοίρα επαφίεμαι...........Πότέ της δεν σταμάτησε
να βρώ τον σύντροφό μου.....γιά θύμα της να ψάχνει
ένα ζητάω μοναχά................το έχει μεσ' στο αίμα της
να νοιώθει τον καϋμό μου.....είναι γυναίκα-αράχνη

Η κατάθεση

.

Δεν ήξεραν και δεν έβλεπαν ο ένας τον άλλον. Ο ένας τυφλωνόταν από το πολύ φώς και ο άλλος απ’ το σκοτάδι. Επρεπε όμως να βγάλουν τη δουλειά. Τα νερά είχαν ταραχτεί αρκετά. Ερώτηση ο ένας-πάντα ο ένας-, απάντηση πάντα ο άλλος, ακόμα και χωρίς ερώτηση.
-Γιατί γράφεις ; Τι θες να δείξεις ;
«Τι θες να κρύψεις ; » σκέφτηκαν κι’ οι δύο. Ηταν κανόνας στο “παιχνίδι” τους.
-Αφήνω τα πενήντα και πάω γιά τα εξήντα, δεν μιλάω εύκολα πιά, γράφω...
-Κι’ άλλοι γράφουν μα δεν προβοκάρουν. Γιά ποιούς δουλεύεις ;
Σαν να δυνάμωσε η λάμψη του προβολέα στο πρόσωπό του, λες και με το περισσότερο φως θα φαινόταν η αλήθεια. Σιωπή η απάντηση. Επανήλθε.
-Εσύ κτυπάς και τους δικούς σου. Γιατί το κάνεις ;
-Ετσι μου βγαίνει. Δεν ξεχωρίζω τους δικούς μου από τους άλλους. Παλεύω να τους δείξω τι τους ξεφεύγει.
Αδύνατον να δει το πρόσωπό του στη σκοτεινή κάμαρη. Τόσο σκοτάδι ούτε η φαντασία δεν διαπερνά. Σταμάτησε τη διαστολή στις κόρες του.
-Κι’ άλλοι τα βάζουνε με τους δικούς τους. Γιατί εμένα ;
-Από συνήθεια. Θυμάσαι;
-Πως να θυμάμαι ; Ποτέ δεν είδα πρόσωπα, δεν ξεχωρίζω τις φωνές, κάθε φορά ξεχνάω γρήγορα, να επιζήσω.
-Πες τη κατάθεσή σου να τελειώνουμε
-Παλεύω. Γιά μερικά πράγματα, παλεύω. Κι’ ο Χατζηδάκις γιά μερικά πράγματα πάλευε. Δεν έχω όμως το ταλέντο του.

Και γράμματα γνωρίζω.

O σοφός Σκωτσέζος

.

Δεν έχω πάει στη Σκωτία (με τρομάζει το σκότος) και έχω γνωρίσει ελάχιστα άτομα από εκεί. Μία νεαρή τουρίστρια της οποίας σέβομαι τα προσωπικά δεδομένα και ένα μάλλον στριμμένο ηλικιωμένο που ούρλιαζε υστερικά Scottish κάθε φορά που κάτι άγγιζε ελαφρά τη πατρίδα του χωρίς να αναφερθεί.
Μερικές φορές για λόγους αντικειμενικότητας ψιθύριζε British. Οτι δεν αναφερόταν στο νησί δεν υπήρχε π.χ. ποτό ήταν μόνο το ουίσκι. Αυτό δήλωσε μα περιφρόνηση στη διαμάχη των υπολοίπων της παρέας αν το κρασί ή η μπύρα είναι καλύτερα ως ποτά ή σαν συνοδευτικά φαγητών.
Ο γευσιγνώστης της παρέας έλεγε ότι τα εμφιαλωμένα κρασιά δεν πίνονται, απλά ξεπλένουν το στόμα και το προετοιμάζουν γιά το επόμενο φαγητό. Το ίδιο θα μπορούσε να ισχυρισθεί κάποιος γιά διάφορα είδη μπύρας, αλλά η γκάμα εδώ είναι μικρότερη, το κρασί υπερέχει καθαρά.
Scotch whisky, βροντοφώναξε ο σοφός σκωτσέζος, δεν ξέρετε τι πίνετε.
Οι έχοντες άλλες γνώσεις αναφέρθηκαν στο βαρελίσιο κρασί και τη μπύρα σαν ποτά. Γενικό συμπέρασμα ήταν ότι μπύρα πίνεις γιά να ξεχάσεις ενώ κρασί γιά να θυμηθείς. Κάποιος είπε γιά τη θεωρία της διάλυσης του πολιτισμού της Αιγύπτου λόγω της εμμονής στη μπύρα, άλλος πρόσθεσε ότι ο Ιούλιος Καίσαρ επέκτεινε την αυτοκρατορία του μόνο εκεί που μπορούσε να καλλιεργήσει αμπέλια. γενικά συμφώνησαν ότι το κρασί είναι πιό «φιλοσοφικό» ποτό, η μπύρα παραπέμπει σε αποχαύνωση. Η συνήθεια των εργατών-μεταναστών να πίνουν μπύρες μετά τη σκληρή δουλειά γιά να την ξεχάσουν, ήταν ένα πρακτικό παράδειγμα. Αντίθετα οι τεχνίτες με κρασάκι και παρέα τέλειωναν τη μέρα τους
Scotch whisky, ξαναφώναξε ο σοφός σκωτσέζος, δεν ξέρετε τι λέτε.
Πάντως υπάρχουν και χειρότερα. Οι Αμερικάνοι προσπαθούν να πείσουν ότι η κόκλα κόλκα «πάει με όλα». Πείθουν τα παιδιά των 5-15 ετών. Μετά σε μερικά μένει η συνήθεια, που να στίβεις πορτοκάλια ή να βάζεις ζάχαρη στη λεμονάδα
Scotch whisky, ξαναφώναξε ο σοφός σκωτσέζος, δεν ξέρετε τι θέλετε
Εχουν μιά περίεργη νοοτροπία οι σκωτσέζοι. Από τότε που η Μαρία Στιούαρτ ( ή κάποια άλλη-ποτέ δεν ήμουνα καλός στην ιστορία Της Ιστορίας, γεμάτη ψέμματα είναι, αντίθετα η ιστορία της Τέχνης και της Επιστήμης πολλά προσφέρει ) έχασε το στέμμα, η οργή τους βρήκε διέξοδο στην ύπαρξη ενός άλλου στέμματος,του βρεττανικού, το οποίο μισούν αλλά και θεωρούν απαραίτητο. Αφού δεν μπορεί να είναι Scottish, ας είναι British, πάντως να υπάρχει, χωρίς αυτό χανόμαστε. Ξέρετε πως λέγεται στα σκωτσέζικα το μέλλον ; ...μακάβριο

Δημοσιεύτηκε στο www.logokipos.gr την 14-02-07