Στο καβούκι μου

Τα κείμενα της καθημερινότητας θα δημοσιεύονται στο εξής στον Βερνάρδο τον ερημίτη, στην διεύθυνση : http://gerimitiis.blogspot.gr/

Ποιήματα θα βρείτε στην ποιηματοποίηση

ενώ

Πεζά και διηγήματα στην διηγηματοποίηση

...

Τι δεν είναι και τι είναι το gpoint'sbreeze

Δεν είναι χώρος που προωθεί έμμεσα ή άμεσα διαφημίσεις.
Δεν είναι χώρος που θα σας προωθήσει σε άλλα μπλογκς πλην των άλλων του δημιουργού της.
Δεν είναι χώρος που θα σας υποχρεώσει ν' ακούσετε την μουσική που αρέσει στον δημιουργό του.

Είναι ένας χώρος που σέβεται την σκέψη και την ελληνική γλώσσα.
Είναι ένας χώρος που προσπαθεί να σέβεται τους επισκέπτες του και τον εαυτό του.



Τρίτη, 24 Ιουνίου 2008

Γαία δ' έτι ξυνή πάντων

Αυτή η γή δεν ανήκει σε κανένα

Real Estate. Δουλειές της μόδας. Από "επιστήμονες". "Μορφωμένους". Κτηματολόγια προϊόντα τεχνολογικής εργασίας. Φούσκες χρηματιστηριακές και όχι μόνο. Φόνοι γιά δυό μέτρα γης. Επικεφαλής οι πολιτικοί μας. Κάποτε μοίραζαν την γη μ' αναδασμούς, την χρήση της δηλαδή γιά καλλιέργειες. Τώρα τρώμε εισαγωγής και χημικά, δεν χρειάζονται καλλιέργειες μόνο βίλλες και "room to let". Ξαναμοιράζουν την γη οι πολιτικοί αλλά σε οικόπεδα. Τίτλοι ιδιοκτησίας. Εθνικό Κτηματολόγιο. Οι καταπατήσεις των ισχυρών πρέπει να νομιμοποιηθούν. Κάποτε την μοιραζότουσαν μεταξύ τους οι χωρικοί χωρίς προβλήματα. Τώρα οι νομικοί βρίσκουν παπούδες και γιαγιάδες των ισχυρών με χαρτιά "ατράνταχτα". Των άλλων είναι κουρελόχαρτα. Αντε και καμμιά πυρκαϊούλα να βοηθήσει τον αποχαρακτηρισμό. Μόνο το Δημόσιο δεν θάχει στο τέλος γη.
Θα σας φανεί περίεργο ίσως αλλά αυτή η νοοτροπία έχει θρησκευτικές βάσεις. Εφιαξε ο θεός τον κόσμο, δικός του είναι, όπως θέλει τον μοιράζει ανάλογα με τις πολιτικές εξελίξεις. Πιό παλιά τα μοναστήρια είχαν τον πρώτο λόγο. Μετά το Δημόσιο (μεταβατική περίοδος). Σήμερα οι "νταβατζήδες".
Μόνο οι Ινδιάνοι και οι τσιγγάνοι δεν μπήκαν στην διαδικασία, ήταν πάντα υπέρ της χρήσεως και όχι της κατοχής.
Δεν ήταν όμως πάντοτε τα πράγματα έτσι:

τρεῖς γάρ τ᾽ ἐκ Κρόνου εἰμὲν ἀδελφεοὶ οὓς τέκετο ῾Ρέα
Ζεὺς καὶ ἐγώ, τρίτατος δ᾽ Ἀΐδης ἐνέροισιν ἀνάσσων.
τριχθὰ δὲ πάντα δέδασται, ἕκαστος δ᾽ ἔμμορε τιμῆς·
ἤτοι ἐγὼν ἔλαχον πολιὴν ἅλα ναιέμεν αἰεὶ
παλλομένων, Ἀΐδης δ᾽ ἔλαχε ζόφον ἠερόεντα,
Ζεὺς δ᾽ ἔλαχ᾽ οὐρανὸν εὐρὺν ἐν αἰθέρι καὶ νεφέλῃσι·
γαῖα δ᾽ ἔτι ξυνὴ πάντων καὶ μακρὸς Ὄλυμπος (Ιλιάδα, ραψωδ. Ο)


Τρεις γεννηθήκαμεν υιοί, του Κρόνου και της Ρέας,
ο Ζεύς, εγώ και ο βασιλεύς των πεθαμένων Άδης.
Και απ’ όλα τρία κάμαμεν ισόμοιρα βασίλεια.
Να’χω την λευκήν θάλασσαν πέφτει ο λαχνός σ’ εμένα,
στον Άδην το ανήλιο σκοτάδι, και στον Δία
ο πλατύς έλαχε ουρανός στα νέφη στον αιθέρα
κι έμειν’ η γη κοινή στους τρεις και ο Όλυμπος ο μέγας. (μτφρσ Ιακ. Πολυλά)



.
Εξ άλλου τα σάβανα δεν έχουν τσέπες, άσε που δεν χωράνε τα οικόπεδα σ' αυτές και το πετρέλαιο χύνεται, δεν στέκει.

Αντε να το εξηγήσεις στον πλανητάρχη

Κυριακή, 8 Ιουνίου 2008

Κάποιες διαφορές...

.

Αλλ' ου πως άμα πάντα θεοί δόσαν ανθρώποισιν
Ιλ. ραψ. Δ
αλλά δεν δίνουν στους θνητούς οι αθάνατοι όλα αντάμα
μτφρ. Ιακ. Πολυλά


Μ΄αρέσει ο τρόπος που οι αρχαίοι έβλεπαν τους θεούς. Οπως τα παιδιά βλέπουν τους μεγάλους, αλλά πιό σοφά. Τα παιδιά νομίζουν πως επειδή οι μεγάλοι ξέρουν περισσότερα τα ξέρουν όλα.
Οι αρχαίοι τόχαν ξεπεράσει αυτό, είχανε βάλει και στους "θεούς" τα όριά τους. Δεν ζητάγανε θαύματα από την Αθηνά, κουνούσαν και τα χεράκια τους, μιά βοήθεια ζητάγανε όπως τα παιδάκια σαν κτίζουν στην άμμο σπιτάκια. Η θρησκεία τους, βοηθούσε στο να διατηρουν μιά αγνότητα στην ψυχή, να βλέπουν το περιορισμένο των δυνατοτήτων τους και να αποφεύγουν την αλαζονεία. "Τι παραπάνω θέλεις πατέρα δύο ολυμπιονικών ; Δεν θ' ανέβεις στον Ολυμπο"
Θεωρούσαν τους εαυτούς τους παιδάκια και σοφά δεχότουσαν πως δεν είναι σωστό να τα έχουν όλα, σαν τα παιδάκια θάτρωγαν όλα τα γλυκά σε μία μέρα, θα βαρυστομάχιαζαν.
Είχε μιά ωριμότητα μέσα στην αθωότητα αυτή η θρησκεία.

Και τους αποκαλούσαν αθάνατους όχι γιατί δεν θα πεθάνουν αλλά γιατί υπερκάλυπταν τα ανθρώπινα όρια ζωής.

Αργότερα φάνηκε η νέα εκδοχή της θρησκείας του Αβραάμ. Μετά τον περιούσιο λαό (κληρονομικό δίκαιο) επεκτάθηκε και τους υπόλοιπους λαούς μέσω της "πίστεως", διαβατήριο γιά κάθε επιτυχία και σκοπό. Η παιδική αθωότητα εξαφανίστηκε, υπήρχε στόχος τώρα η μετά θάνατον ζωή (σκεφτείτε καλά την έκφραση, είναι η αποκορύφωση του παραλογισμού) και όχι η ανάμνησή της όπως στους αρχαίους. Η ανθρωπότητα "ωρίμασε", χάθηκε η αθωότητα, τώρα πιά υπάρχει σκοπός, ποιό παιδάκι βάζει σκοπούς ;
Τώρα έχουμε μιά " αθωότητα" μέσα στην "ωριμότητα"
.
Φιλοσοφικά η διαφορά των θρησκειών αντιστοιχεί στην διαφορά μεταξύ Φύσης {εκ του φύω} και Γένεσης {εκ του γί(γ)νομαι}. Εντελώς συμπτωματικά στα ελληνικά η λατινογενής λέξη Nature {εκ του nato = γίνομαι} αποδίδεται σαν "Φύσις" και επίσης εντελώς συμπτωματικά στα αγγλικά π.χ. η λέξη "Physis" έχει εξαφανισθεί, μείνανε μόνο τα παράγωγά της physic, physical, physics κ.λ.π. με σημασίες κάπως πιό μακριά από την αρχική έννοια.
Δεν είναι τυχαίο που σ' αυτά τα χώματα η νέα θρησκεία πάλαιψε χίλια χρόνια να επιβληθεί, ούτε ότι έβαλε τόσο νερό στο κρασί της ώστε να γίνει "αγνώριστη" από τους "συγγενείς" της.
Και φυσικά η νέα θρησκεία δίνει ταυτόχρονα όλα τα εφόδια στους "πιστούς"( η "πίστις" τα πάντα καταφέρνει), ίσως γιατί δεν είναι αθάνατη.


Κυριακή, 1 Ιουνίου 2008

Λορελάϊ

Κει, ξεχασμένη στη γωνιά ατέλειωτη γοργόνα, που μοναχός εδούλευε της σχόλης του τις ώρες. Το ξανθό παλικάρι τήραξε το γλυπτό με θαυμασμό και μιά λέξη πνίγηκε βαθιά στο λαρύγγι του, πριν ανεβεί στα χείλη :

Λορελάϊ

( Από το διήγημα του Τάσου Τσέλου "η Νεράϊδα" )


Τρία κοχύλια μούφερε της θάλασσας το κύμα
χρώμα έχει το 'να του βυθού, της άμμου ώχρα τ’ άλλo
το τρίτο κι’ ομορφότερο, στα χρώματα σου μοιάζει

Σα χελιδόνια φώλιασαν στη φούχτα μου και μείναν
να φέρει το 'να μια χαρά, τ’ άλλο τη νοσταλγία,
το τρίτο και το πιό πιστό, στη μνήμη τη μορφή σου

Σα λουλουδάκια άνθισαν, την ευωδιά απλώσαν
για να μυρίζει γιασεμί και φούλι η νυχτιά μου,
το τρίτο και πιό εύοσμο, το άρωμά σου κλείνει

Μα εσύ που πάντα ερχόσουνα στο πλάϊ μου να γείρεις
πού ταξιδεύεις άραγε και στέλνεις τα κοχύλια,
σε ποιούς αλλοτινούς καιρούς τα κύματά σου αφήνεις;

Σε περιμένω θε’ να 'ρθείς, να βγεις μέσα απ’ το κύμα
και να στεγνώσεις τις πληγές, γλυκά να τις γιατρέψεις,
ή μήπως και ξεχάστηκες εκεί μακριά στα βάθη...

Τρία κοχύλια μούφερε της θάλασσας το κύμα
Τρία κοχύλια που κανείς δεν μπόρεσε να κλέψει
Το ένα είναι η θάλασσα και τ' άλλο ο αγέρας
Το τρίτο, το πολύτιμο, τόσο πολύ δικό μου .