Στο καβούκι μου

Τα κείμενα της καθημερινότητας θα δημοσιεύονται στο εξής στον Βερνάρδο τον ερημίτη, στην διεύθυνση : http://gerimitiis.blogspot.gr/

Ποιήματα θα βρείτε στην ποιηματοποίηση

ενώ

Πεζά και διηγήματα στην διηγηματοποίηση

...

Τι δεν είναι και τι είναι το gpoint'sbreeze

Δεν είναι χώρος που προωθεί έμμεσα ή άμεσα διαφημίσεις.
Δεν είναι χώρος που θα σας προωθήσει σε άλλα μπλογκς πλην των άλλων του δημιουργού της.
Δεν είναι χώρος που θα σας υποχρεώσει ν' ακούσετε την μουσική που αρέσει στον δημιουργό του.

Είναι ένας χώρος που σέβεται την σκέψη και την ελληνική γλώσσα.
Είναι ένας χώρος που προσπαθεί να σέβεται τους επισκέπτες του και τον εαυτό του.



Πέμπτη, 29 Ιουλίου 2010

Don't think twice, it's all right

.

It ain’t no use to sit

 and wonder why, babe


If you don’t know by now
 


When your rooster crows

at the break of dawn


Look out your window...


Look again...
  
and again...


  You probably  understand..

no need  to travel anymore...


Reflections make the time seems double also...


Parallel to Bob Dylan's song
Photos and paintings by Sarah R. Gillard

Τετάρτη, 21 Ιουλίου 2010

Στο κοιμητήριο των ονείρων




Σαν διάλεξες του χωρισμού την λύση
προτού στερέψουν απ' αγάπη οι καρδιές,
πρώτα τα όνειρα αφήκαν τα κορμιά
στου πεπρωμένου τους τον δρόμο να πετάξουν

Γλάροι λευκοί, πτωματοφάγοι
τα πήραν στο κατόπι
θνησιγενές, το κάτι τι ν' αρπάξουν

Τ' όνειρα επλησίασαν στο κοιμητήριό τους,
οδός ονείρων και οδός της μαύρης φορντ,
οι γλάροι από ψηλά τ' ακολουθούσαν

Σαν υποκάμισα λευκά
σε κάδο πλυντηρίου αναμίχθηκαν
όπου μετά δεν ήξερες
ποιό το δικό σου και ποιό όχι

Ακαριαίος θάνατος τα βρήκε με την μίξη.
Τα όνειρα ζουν κι εκτρέφονται
μόνα, στην ερημιά τους

Οι γλάροι πισωπέταξαν
για τις βραχονησίδες νηστικοί
και στο πουκαμισό σου αριθμός
ίδιος με τo απόκομμά σου καρφιτσώθηκε

"Σε δύο μέρες, έτοιμο"
ψιθύρησε ο υπάλληλος
και κοίταξε ψηλά στον ουρανό

Πέμπτη, 15 Ιουλίου 2010

Η Τερψιθέα και η άνοδος του βιοτικού επιπέδου των μεταναστών

Ενα άρθρο αφιερωμένο σ' έναν αξέχαστο λάτρη του ωραίου φύλου.


Τερψιθέα, μάλλον δεν την έλεγαν έτσι, το όνομά της παραμένει μυστήριο - και η εθνικότητά της επίσης- αλλά της ήταν τόσο ταιριαστό. Ηταν μια συμφωνία μεταξύ τους, την έλεγαν έτσι και μπορούσαν να συνενοηθούν, πως να την έλεγαν ; Η κυρία του πρώτου ορόφου ; Το πραγματικό της όνομα, τους ήταν ουσιαστικά αδάφορο αλλά η παρουσία της είχε μπει για τα καλά σ' ένα κομμάτι της ζωής τους, νυκτερινό, εντελώς καλοκαιρινό και...ενδιαφέρον.
Ολα ξεκίνησαν πριν μερικά χρόνια και αφορμή ήταν η κυρία του δεύτερου και τελευταίου ορόφου, αυτού με το ταρατσάκι, ψηλότερα από όλα τα κτίρια του χωριού εκτός από το πέτρινο απέναντι που είχε ένα μπαλκόνι στο ίδιο ύψος. Αυτό όμως δεν ήταν πρόβλημα για τους περίοικους αφού η κυρία, καιρού επιτρέποντος, συνήθιζε να πλησιάζει τα κάγκελλα της ταράτσας της φορώντας μόνο ένα εσώρρουχο που θα μπορούσε άνετα να χαρακτηρισθεί σαν τάνγκα για ... σεμνότυφες. Ηταν από αυτά που αφήνουν ακάλυπτα τα τρία τέταρτα των ημισφαιρίων, απολύτως συμβατό με το σώμα της μικρόσωμης Ρωσίδας και αιτία που πολλοί γείτονες, καλοκαιρινοί παραθεριστές στην συντριπτική πλειοψηφία τους, απολάμβαναν την θέα στα μπαλκόνια τους ενώ τα έτερα ημίσεα τους έβλεπαν τηλεόραση. Η Ρωσίδα καμιά  σημασία δεν έδινε στα ανδρικά βλέμματα, έκανε τις δουλίτσες της ή ρέμβαζε στην ταράτσα γυμνή αδιαφορώντας για το φιλοθεάμον κοινό. Η θέα, βέβαια, μισή ήταν γιατί όσον αφορά το στήθος της Ρωσίδας ίσχυε ότι στο γνωστό ανέκδοτο που κάποιος θέλει να αγοράσει σουτιέν για την γυναίκα του και ο υπάλληλος προσπαθώντας να μαντέψει το νούμερο χρησιμοποιεί αρχικά την "σκάλα" των φρούτων, δηλαδή πεπόνια, κυδώνια, μήλα, λεμόνια και ο πελάτης απαντάει συνεχώς "πιό μικρά, πιό μικρά". Ο πωλητής περνάει στην "σκάλα" των αυγών :
- "Αυγά χήνας;"
- '"Πιο μικρά"
- "Κότας; "
- " Α, μπράβο, ναι, τηγανητά, μάτια !"

Ολο το χωριό ήξερε για την Ρωσίδα κι ο Φιλόθεος τίποτε δεν αρτυνότανε, δεν ήταν της γειτονιάς μέχρι που επισκέφθηκε τον φίλο του Ηδύοπα σε συνθήκες καύσωνα αναζητώντας λίγη δροσιά στα ψηλά. Ο Ηδύωψ κατείχε το μπαλκόνι του δεύτερου ορόφου απέναντι από την ταράτσα της Ρωσίδας, σαν να λέμε πρώτο τραπέζι πίστα, η απόσταση ήταν λιγότερη από τρία μέτρα και εκεί κάθησαν με τον Φιλόθεο πίνοντας παγωμένο τσάϊ. Ηταν δέκα η ώρα το βράδυ και η Ρωσίδα άπλωνε την μπουγάδα στο ταρατσάκι της με αναμμένα φώτα και όλο τεντωνότανε να φτάσει τα σκοινιά. Ηταν ένα ενδιαφέρον θέαμα για τον "πρωτάρη" Φιλόθεο,  απόλυτα τετριμμένο όμως για τον ιδιοκτήτη του μπαλκονιού  που έστρεψε το ενδιαφέρον του  στην θέα του έναστρου ουρανού.
- "Τι γίνεται εδώ, σε πόσα ταμπλό το παίζεις, ρε δικέ μου ;" ψιθύρισε ξαφνικά ο Φιλόθεος, σκουντώντας τον ελαφρά.
Το βλέμμα του Ηδύοπα ακολουθώντας το βλέμμα του Φιλόθεου κατέβηκε και αυτό ένα όροφο. Από την ανοικτή μπαλκονόπορτα φαινόταν μια άλλη ανοικτή πόρτα μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο και πιο πίσω, στην ευθεία, τέζα ανοικτή η πόρτα του φωτισμένου μπάνιου. Κάνοντας κάποιες κινήσεις ένα ταμπλό βιβάν εμφανιζότανε και εξαφανιζότανε στιγμιαία αφήνοντας τις υποσχέσεις ενός καλοσχηματισμένου γυναικείου σώματος. Η αναμονή ανταμείφθηκε όταν η γυναίκα βγήκε από το μπάνιο προσφέροντας ένα υπέροχο θέαμα στους δυό φίλους. Λυγερόκορμη, καλά κρεατωμένη στο στήθος, μέση δαχτυλίδι και πόδια τορνευτά. Οταν μάλιστα κάποια στιγμή έσκυψε να πιάσει κάτι οι δυό μάρτυρες αναστέναξαν από πόθο στην θέα των τουρλομένων οπισθίων της. Η κορύφωση υπήρξε όταν άναψε το φως του δωματίου οπότε και οι τελευταίες κρυφές λεπτομέρειες του κορμιού και του προσώπου της χαρτογραφήθηκαν. Οι τρίχες στο βουναλάκι της Αφροδίτης έδειχναν καθαρόαιμη ξανθειά, τα μαλλιά της έφερναν λίγο προς το κόκκινο. Το δέρμα της, λείο και λευκό φεγγοβολούσε σαν μαρμάρινο άγαλμα στο μισοσκόταδο όταν τα φώτα ξανάσβυσαν. Μετά τα σκούρα της μπαλκονόπορτας έκλεισαν αφήνοντας μια χαραμάδα για φευγαλέες εντυπώσεις, πιο ενδιαφέρουσες όμως απο τις φόρα παρτίδα εκδηλώσεις της Ρωσίδας.

Το Τερψιθέα κατοχυρώθηκε αμέσως, οι δυο φίλοι ήταν καλοί στην ετυμολογία των λέξεων αλλά άλλες πληροφορίες δεν μπόρεσαν να μάθουν. Εμφανιζότανε στο μπαλκόνι πολύ σπάνια, μόνο για να απλώσει κανένα ρούχο- ποτέ πολλά μαζί- και οι πόρτες είχαν κουρτίνες ή ήταν κλειστές. Μόνο σε συνθήκες καύσωνα άνοιγαν διάπλατα να εκμεταλλευθούν κάθε ζωογόνο πνοή του αέρα. Ηταν προφανές ότι ήταν ξένη, πιθανότατα Αλβανίδα ή Βουλγάρα και δεν έβγαινε ποτέ για ψώνια ή βόλτα, περπάταγε μόνο τα δέκα μέτρα από την πόρτα της μέχρι το αυτοκίνητο του άντρα της. Το μυστήριο μεγάλωνε το ενδιαφέρον των δύο φίλων για την περίπτωσή της, κάθε καλοκαίρι πέρναγαν ατελείωτες ώρες στο μπαλκόνι του Ηδύωπα περιμένοντας την διαδικασία του μπάνιου με τον καύσωνα. Την πετύχαιναν δυο-τρεις φορές κάθε καλοκαίρι.

Δυό καλοκαίρια ο Φιλόθεος δεν ήλθε και μετά ήρθε η είδηση του θανάτου του. Μάταια ο Ηδύοπας προσπαθούσε να πετύχει αυτήν τη χρονιά την "παράσταση". Εν τω μεταξύ και η Ρωσίδα είχε μετακομίσει, οπότε χωρίς αυτήν και την παρέα του Ηδύοπα βαριότανε να  την στήνει για πολλή ώρα μέχρι που πείσμωσε :  Σήμερα με τον καύσωνα θα καθόταν μέχρι να ξαναδεί το υπέροχο αυτό θέαμα. Οι ώρες περνούσαν και η μπαλκονόπορτα δεν έλεγε να ανοίξει κι' όμως από μέσα φαινόταν φως και έρχονταν ήχοι, σίγουρα ήταν μέσα.
- "Θα ξενυχτήσω εδώ, απόψε" σκέφθηκε ο Φιλόθεος και μόλις τότε πρόσεξε μια αλλαγή στο τοπίο :
Πάνω από την κλειστή μπαλκονόπορτα, καλά τοποθετημένος ο τετραγωνισμένος όγκος του αιρκοντίσιονινγκ τον κοίταζε κορϊδευτικά...

Ατιμη κοινωνία !

Κυριακή, 4 Ιουλίου 2010

Τσιάο, μπέλλο

.

Την είδε λίγο πριν σκοτεινιάσει ντυμένη στα λευκά. Εβγαζε το εγγονάκι της βόλτα με το καροτσάκι και δικαιολογούσε πλήρως τον τίτλο που της είχε απονείμει ο Αντόνιο πολλά χρόνια πριν : λα ντόννα ιντραμοντάμπιλε, πάει να πει η κυρία που παραμένει η ίδια με τα χρόνια.
Η αλήθεια ήταν ότι περίμενε να την δει  νωρίτερα, αυτή την χρονιά το καλοκαίρι είχε αρχίσει νωρίς και η ...αμετάβλητη κυρία δεν έχανε ποτέ την ευκαρία για ένα θαλασσινό μπάνιο, ίσως ήταν το μυστικό της. Φυσικά δεν χρησιμοποιούσε αντηλιακά και κρέμες, το δέρμα της, δέρμα έφηβης, είχε πάρει το μόνιμο σκούρο χρώμα που έχουν οι ψαράδες και οι άλλοι εργάτες της θάλασσας, χωρίς βέβαια τις ζάρες και τις ρυτίδες τους.
Την κοίταξε ερωτηματικά μετά τις πρώτες τυπικότητες προσπαθώντας να μαντέψει. Τον έβγαλε γρήγορα από τον κόπο : "Θα τα έμαθες για τον Αντώνη, φαντάζομαι ... δεν άντεξε ... δυστυχώς". Ο άντρας της φάνηκε σπρώχνοντας ένα καροτσάκι με ένα άλλο εγγονάκι. Χαιρέτησε καλοδιάθετα διώχνοντας την κουβέντα από τα δυσάρεστα. Ισως η φροντίδα του να συντηρεί πειστικά γύρω του πάντοτε ένα χαρούμενο περιβάλλον να ήταν το κύριο συστατικό για την απίστευτη συντήρηση της ομορφιάς της γυναίκας του.

Το χρώμα του θανάτου ήταν πάντοτε μία από τις αναπάντητες ερωτήσεις του. Από έμπνευση πίστευε πως ήταν κάτι σαν το πορτοκαλλί, κάτι σαν το χρώμα που έβλεπε να σχηματίζεται στα βλέφαρα όταν έστρεφε τα κλειστά του μάτια στον ήλιο. Σε πολύ έντονα ερωτικές στιγμές, όταν το πάθος δοκίμαζε τα όρια της αντοχής,  διάφορες ερωμένες προσπάθησαν να τον πείσουν ότι το μωβ χρώμα ήταν πιο ταιριαστό. Σχεδόν τα κατάφεραν μέχρι που είδε εκείνο το έργο, το "η παράσταση αρχίζει"  (all that jazz, του Bob Fosse). Η σκηνοθετική  άποψη για το σενάριο και η πολύ καλή μουσική του έργου τον έπεισαν ότι ο θάνατος εμφανίζεται με την μορφή μιας όμορφης γυναίκας ντυμένης στα λευκά.

Ηταν το τρίτο καλοκαίρι που περίμενε να δει τον Αντώνη και κάθε φορά η ντόννα ιντραμοντάμπιλε του έφερνε τα νέα του. Ηταν όμως η μοναδική φορά που στην πρώτη τους  συνάντηση έτυχε να φοράει άσπρα.



Στα τρία αυτά χρόνια τηλεφώνησε μόνο μια φορά, δεν του άρεσαν τα τηλεφωνήματα του Αντόνιο και τον καταλάβαινε καλά. Εκτός αυτού του όφειλε τον απαιτούμενο σεβασμό, ήταν μεγαλύτερός του περίπου είκοσι χρόνια. Υπήρχε μια μακρινή συγγένεια μεταξύ τους που δεν την έψαξαν ποτέ. Τον αποκαλούσε "τσίο" δηλαδή θείε και ήταν ο "νιπότε", ο ανηψιος, είχαν τον δικό τους κώδικα επικοινωνίας, στην πραγματικότητα ήταν ξαδέρφια.

Ο Αντώνης, παντρεμένος με Ιταλίδα σταδιοδρόμησε στην γείτονα χώρα και όταν πενηντάρισε θυμήθηκε τα πάτρια εδάφη. Αγόρασε ένα σπίτι στον τόπο της καταγωγής του και επέστρεψε σαν "Αντόνιο", ασορτί με τον ευρωπαϊκό αέρα που απέπνεε. Αντίστοιχα στην Ιταλία κυκλοφορούσε ως " Τόνυ" και εκεί ο "ευρωπαίκός" αέρας τον βοηθούσε στις δουλειές του, εξάλλου χειριζότανε άνετα τα αγγλικά- πρόβλημα για τους περισσότερους Ιταλούς-, τα γαλλικά και βελτίωνε συνεχώς τα ρώσσικά του.

Δέθηκαν περισσότερο ένα καλοκαίρι που ο τσίο ήλθε πιο νωρίς, χωρίς οικογένεια, για κάτι μικροεπισκευές του σπιτιού του. Ετυχε και ο νιπότε να είναι χωρίς οικογενειακές υποχρεώσεις και το απόλαυσαν. Ντυμένοι μόνο μ' ένα πράγμα κάτι μεταξύ μαγιό και σορτς, χωρίς πετσέτα, γύρναγαν με την βάρκα από παραλία σε παραλία.. Μοναδικά εφόδια ήταν τα τσιγάρα τους και κάνα δυό μπουκάλια νερό. Κουβέντιαζαν για μικρά και μεγάλα πράγματα όπως κάνουν οι πραγματικοί φίλοι. Αργά το απόγευμα πλησίαζαν κάποια παραλιακή ταβέρνα. Εβγαιναν πελαγώνοντας και κάθονταν πάντοτε δίπλα στο κύμα. Ετρωγαν βερεσέ και στην επιστροφή κυριολεκτικά "γεμάτοι" άκουγαν μια όπερα του Βέρντι στο μισοσκόταδο. Πριν τις έντεκα είχαν ήδη αποκοιμηθεί ώστε να απολαύσουν το επόμενο πρωϊνό πριν χαράξει. Μια μέρα την εβδομάδα γυρνούσαν τις ταβέρνες, τα βενζινάδικα και τα περίπτερα να ξεπληρώσουν τα χρέη τους. Είχαν ανακαλύψει την ελευθερία που χαρίζει η ανυπαρξία κλειδιών και χρημάτων, για τα κλειδιά είχανε βρει καβάντζες στα σπίτια τους.

Τον  αγάπησε για τον λεπτό τρόπο με τον οποίον ζητούσε κάτι και τον ακόμα λεπτότερο με τον οποίο ανταπέδιδε. Τα φρέσκα ψάρια, ειδικά τα μικρά, ψημμένα με αλάτι, ήταν από τις αδυναμίες του, φρόντιζε πάντοτε για το κατάλληλο κρασί που τα συνόδευε.



Ο βασικότερος λόγος που εκτιμούσε τόσο τον τσίο ήταν ότι τον είχε μυήσει στον κόσμο της μουσικής του Βέρντι, ένα καινούργιο κόσμο φιαγμένο με την τελειότητα της μουσικής του. Πραγματικά δικαίωνε τον τσίο που του έλεγε πως ό,τι ακούγεται ωραία και δεν είναι Βέρντι  μπορεί να λάμπει αλλά δεν είναι χρυσός. Αργότερα, όταν γνώρισε και τα υπόλοιπα έργα του εκτός από τις όπερες, αυτά που ο τσίο αγνοούσε, κατάλαβε πως είχε φτάσει σ' αυτό το συμπέρασμα όχι τόσο από γνώση αλλά από ένστικτο. Ισως από ένστικτο τον συμβούλευε να βγει από το χρηματιστήριο όσο ήταν καιρός αλλά δεν τον άκουσε. Προτίμησε την δική του φωνή της λογικής και την πλήρωσε.



Κάθε άνθρωπος έχει τον δικό του τρόπο να πενθεί ή να τιμά τους φίλους και τους συγγενείς του. Αυτό σκεφτότανε καθώς ξεκίνησε με την βάρκα του, χωρίς πουκάμισο και πετσέτα, για μια μακριά βόλτα στα νησάκια. Δεν είχε αποφασίσει ακόμα σε ποιά ταβέρνα θα πελάγωνε με το σούρουπο. Ηξερε μόνο ότι αυτή τη φορά θα έπινε από δυό ποτήρια...