Στο καβούκι μου

Τα κείμενα της καθημερινότητας θα δημοσιεύονται στο εξής στον Βερνάρδο τον ερημίτη, στην διεύθυνση : http://gerimitiis.blogspot.gr/

Ποιήματα θα βρείτε στην ποιηματοποίηση

ενώ

Πεζά και διηγήματα στην διηγηματοποίηση

...

Τι δεν είναι και τι είναι το gpoint'sbreeze

Δεν είναι χώρος που προωθεί έμμεσα ή άμεσα διαφημίσεις.
Δεν είναι χώρος που θα σας προωθήσει σε άλλα μπλογκς πλην των άλλων του δημιουργού της.
Δεν είναι χώρος που θα σας υποχρεώσει ν' ακούσετε την μουσική που αρέσει στον δημιουργό του.

Είναι ένας χώρος που σέβεται την σκέψη και την ελληνική γλώσσα.
Είναι ένας χώρος που προσπαθεί να σέβεται τους επισκέπτες του και τον εαυτό του.



Τετάρτη, 6 Αυγούστου 2008

Φονική συνταγή




«Ελα μωρέ, φάε και συ λίγο να μη πάει χαμένο, εμένα μου πέρασε η όρεξη».
Δεν ήθελα και πολύ. Λιγούρης στο φαΐ και όχι μόνο, άμα το έχω μπροστά μου του δίνω και καταλαβαίνει. Υποκύπτω στους πειρασμούς είναι η ιδεολογία μου και η αποφυγή των πειρασμών η άμυνά μου.
Μαζί της. Διακοπή στις διακοπές μου. Εξ άλλου το μαζί της πάντα σαν διάλειμα είναι. Συμφωνία, όταν μπορούμε βγαίνουμε «να περάσουμε καλά» και τέλος. Πλήρης αδιαφορία - ούτε τηλέφωνο – στο νεκρό διάστημα, καμμιά υποχρέωση, καμμία δέσμευση, όταν κι’ αν μπορούμε κι’ οι δυό, χτες βράδυ μπορούσαμε. Μπορούσαμε ;
Αλλαι αι βουλαί του θεού (καθένας μας κι’ ένας μικρός θεός) και άλλα η μοίρα προστάζει (ίσως γι’ αυτό αποκαλούνε τις γυναίκες μοιραίες). Το μέλλον θα αποφασίσει γιά τη συνέχεια ή μη της σχέσης, το μέλλον είναι ουδέτερο στην ελληνική γλώσσα.
Ανδρας, γυναίκα, μέλλον, πιό ταιριαστή τριάδα μου φαίνεται από την πατήρ, υιός και (άγιο) πνεύμα που ακολουθώ στην οικογενειακή μου ζωή, ταυτίζοντας την κόρη μου με «εν είδει περιστεράς» ώστε να «εβεβαίου του λόγου το ασφαλές»
Αποφεύγω το βραδυνό φαγητό και το ξενύχτι μιά που σηκώνομαι από (ψαράδικη) συνήθεια τα χαράματα και δεν με πιάνει ύπνος το μεσημέρι. Χρόνια γνωστοί, το ξέρει και προσπαθεί να το σέβεται, όπως και εγώ προσπαθώ να σέβομαι τις δικές της συνήθειες, αλλά λόγω καύσωνα χθες βρεθήκαμε στις έντεκα μου μου. «Πεινάω σαν λύκαινα» μου είπε και ψιλοχάρηκα παρεξηγώντας το «φαΐ» με τα μεζεδάκια. Στίς τρεις τέσσερις μπουκιές χόρτασε. Συμβαίνει. Το μητρικό ένστικτο που γεννάω στις γυναίκες την οδήγησε να με μπουκώσει, υποχώρησα ελπίζοντας σε μιά (σύντομα) καλύτερη συνέχεια. Τελείωσα όσο πιό γρήγορα μπορούσα ότι υπήρχε στα πιάτα.
« Νηστικό αρκούδι δεν χορεύει» είπε και τόπιασα το υπονοούμενο μιά που ξέρει πως δεν χορεύω παρά μόνο μεθυσμένος.
« Πάμε να ρίξουμε μιά ματιά στις βιτρίνες της Πατησίων ;» Πως να χαλάσεις τέτοιο χατήρι, άσε που η βόλτα βοηθάει και στην χώνεψη. Μεγάλος δρόμος η Πατησίων και παντού βιτρίνες. Δεν ψωνίζω ποτέ μου ρούχα. Το αναθέτω σε κοντινά μου πρόσωπα μιά που είμαι δυσλεκτικός στις εικόνες, δεν μπορώ να φανταστώ κάτι επάνω μου και σιχαίνομαι να προβάρω ρούχα και παπούτσια. Περισσότερο ενδιαφέρον γιά μένα έχουν οι βιτρίνες με τα ψυγεία και τα πλυντήρια αλλά σπανίζουν σε περπατιάρικους δρόμους, οι μπουτικ κυριαρχούν.
Δεν μπορώ να περιγράψω τα σχόλια επί των ρούχων της συνοδού μου γιατί δεν τα άκουγα «έπαιζα» μέσα μου την ενάτη του Σούμπερτ, να πλημμυρίζει τ’ αφτιά μου και να καλμάρω. Συγχρόνως σκεπτόμουνα την σοφή παρατήρηση του Ντύλαν άμα σε πιάσει αγκαζέ μιά γυναίκα κάτι κακό γιά σένα έχει στο νού της. Με είχε πιάσει όντως αγκαζέ, πέρα από τις μέχρι τώρα συνήθειές της.
Η ώρα πλησιάζε την «τρίτην πρωϊνήν» «οι μικρές ώρες περνάνε γρήγορα, γι’ αυτό τις λεν μικρές» μου είχε πει κάποτε μιά νυκτερινή μου περιπέτεια, σοφή κουβέντα. Είχαμε εξαντλήσει τα δύο πεζοδρόμια της Πατησίων, στο αναπόφευκτο της στιγμής μου εξήγησε ότι ενδιαφερότανε πολύ γιά μένα, την υγεία μου και την ζωή μου αλλά απόψε δεν ήταν διαθέσιμη γιά περαιτέρω. Το πασπάλισε και με ολίγες φράσεις περί σύσφιγξης των σχέσεων μας, «μεγαλώνουμε, έχουμε ανάγκη ο ένας τον άλλον», εκνευρίζομαι όταν οι γυναίκες χρησιμοποιούν αρσενικό γένος γιά να περιγράψουν τον εαυτόν τους, δεν το θεωρώ ισότητα αλλά άρνηση ταυτότητας.
Πήραμε την άγουσα προς άγραν ταξίου. Σκεπτόμουνα τον χαμένο μου ύπνο, όχι ιδιαίτερα προβληματισμένος, στα πενήντα τόσα μου ξέρω πως τέτοιες σκέψεις και αποφάσεις διαρκούν όσο και η έκλειψη ηλίου. Και τότε τον είδα. Μάλλον τον είδαμε. Τον Νικόλα, κοινό μας γνωστό, οκτώ χρόνια μικρότερο απο μένα αλλά να δείχνει εβδομηντάρης και βάλε. Θύμα του κόμμματος και του μυαλού του ο Νικόλας, χρυσό και άκακο παιδί, ψάχνει το μεροφάϊ – κυριολεκτικά- με το φανάρι. Κάποιο έντυπο υλικό πέταγε κάτω απ’ τις πόρτες με κομματική συνείδηση, ένα σε κάθε πόρτα και όχι καμμιά δεκαριά μαζί να τελειώνουνε πιό γρήγορα. Εξ άλλου άμα τελείωνε τη δουλειά του, τι θα έκανε, που θα πήγαινε ; Αστεγος χρόνια ξέρει ότι είναι βάρος σ’ όσους τον φιλοξενούνε, φροντίζει να τους ξαλαφρώσει από την παρουσία του όσο περισσότερο μπορεί..
Τον χαιρέτησα μ’ ένα κούνημα της κεφαλής. Η συνοδός μου ήταν περισσότερο διαχυτική :
«Τι γίνεται Νικόλα, πως τα περνάς ;»
Ο Νικόλας άνοιξε το χωρίς δόντια στόμα του:
«Τρώω πολύ- όταν έχω-, κοιμάμαι ελάχιστα, συνουσιάζομαι σπάνια»
«Φονικός συνδυασμός» είπε η δικιά μου « και τι κάνεις γι’ αυτό;»
Την κοίταξα σαν να την έβλεπα πρώτη φορά. Ισως ήτανε αυτό το φωτοστέφανο γύρω απ’ το κεφάλι της που δεν είχα ποτέ μου προσέξει...

Δεν υπάρχουν σχόλια: