Στο καβούκι μου

Τα κείμενα της καθημερινότητας θα δημοσιεύονται στο εξής στον Βερνάρδο τον ερημίτη, στην διεύθυνση : http://gerimitiis.blogspot.gr/

Ποιήματα θα βρείτε στην ποιηματοποίηση

ενώ

Πεζά και διηγήματα στην διηγηματοποίηση

...

Τι δεν είναι και τι είναι το gpoint'sbreeze

Δεν είναι χώρος που προωθεί έμμεσα ή άμεσα διαφημίσεις.
Δεν είναι χώρος που θα σας προωθήσει σε άλλα μπλογκς πλην των άλλων του δημιουργού της.
Δεν είναι χώρος που θα σας υποχρεώσει ν' ακούσετε την μουσική που αρέσει στον δημιουργό του.

Είναι ένας χώρος που σέβεται την σκέψη και την ελληνική γλώσσα.
Είναι ένας χώρος που προσπαθεί να σέβεται τους επισκέπτες του και τον εαυτό του.



Τετάρτη, 5 Σεπτεμβρίου 2012

Γιώργης Αγιώργης (αναδημοσίευση)



Το άρθρο αυτό  δημοσιεύτηκε πρώτη φορά εδώ περίπου πριν δυόμισυ χρόνια σαν φανταστικό σενάριο. Το ξανάφερε στην επικαιρότητα  (και την πραγματικότητα) η ειδησογραφία των τελευταίων ημερών για τους απελπισμένους οικονομικούς μετανάστες που τρέφονται με σκύλους, γάτες και περιστέρια. Η συγκυρία της 20μηνης αναμονής για την πληρωμή της σύνταξης το ξανάφερε στο νου μου σαν εναλλακτική  λύση

Η αναδημοσίευση είναι "κτενισμένη" 

 Γιώργης Αγιώργης

Μυθιστόρημα επιστημονικής και μαγειρικής φαντασίας

Ο Γιώργης Αγιώργης, ο έλληνας ξάδερφος του Γιάννη Αγιάννη, ξύπνησε το πρωΐ πεινασμένος στην τρώγλη του. Ο καφές, μαζί με το νερό, ήταν τα μόνα αγαθά που του είχαν μείνει από την τελευταία χορηγία της Ουνέσκο. Εβαλε το μπρίκι να βράζει. Δεν τον χόρταινε βέβαια ο καφές αλλά του ξελαμπικάριζε το μυαλό. Ψύχραιμα ανέλυσε την τρέχουσα κοινωνική κατάσταση. Πολλοί άστεγοι και ζητιάνοι, ρε παιδάκι μου, δεν βγαίνει μεροκάματο πια με το χέρι απλωμένο και το μυστικό είχε πια διαρρεύσει μεταξύ των αστέγων : έπρεπε τώρα νάχεις μέσον γιατρό για να βγάλεις την νύκτα στο νοσοκομείο της εφημερίας, πάνε οι καλές εποχές που το ξέρανε μόνο τρεις κι' ο κούκος, τζάμπα φαΐ και τζάμπα ύπνος. Καλά που βρέθηκε αυτή η τρώγλη και λύθηκε το ζήτημα στέγη.

Ο Γιώργης Αγιώργης έτριψε τις τσίμπλες του και φύσηξε τη μύτη του. Μπροστά του έβλεπε την κατσαρόλα άδεια. Την γέμισε νερό και την κοίταξε ενορατικά. Τώρα ήταν έτοιμος. Στο μυαλό του ήταν ήδη καταστρωμένο το πλάνο της σημερινής του εξόρμησης " πως να γεμίσετε την κατσαρόλα σας με εκλεκτό φαΐ, δωρεάν ".

Θα ήταν μια μακριά πορεία -το περπάτημα κάνει καλό στην υγεία - ανάμεσα σε καλά επιλεγμένους στόχους, με την μέγιστη αποτελεσματικότητα, μέσα σε λογικά χρονικά πλαίσια, βέβαια. Τα βήματά του τον έφεραν στο δρόμο με τους μαραγκούς. Γρήγορα εντόπισε τον στόχο του : πεταμένα κουτιά από ξυλόκολλα που να μην έχει μέσα τους  ξεραθεί τελείως το τελείωμα της κόλλας. Βρήκε το πιο κατάλληλο. Το έκλεισε σφιχτά  και το έρριξε στο σακκούλι του. Μετά μάζεψε μερικά λεπτά ξυλαράκια.

Συνέχισε τον δρόμο του μέχρι τον κουλουρά της γωνίας. Εβαλε το καπέλλο του ανάποδα πάνω στον πάγκο του κουλουρτζή κι' έπιασε ένα κουλούρι. Τότριψε ελαφρά πάνω από το καπέλλο του. Τα σουσάμια πέσανε μέσα. Μετά έπιασε ένα άλλο. Οταν μάζεψε όσο σουσάμι ήθελε  βρήκε τα κουλούρια μπαγιάτικα, τα παράτησε κι' έφυγε.

Ο Γιώργης Αγιώργης ξαναγύρισε στη τρώγλη του. Βούτηξε προσεκτικά τα ξυλαράκια στην ξυλόκολλα φιάχνοντας ξώβεργες. Ποτέ του δεν τα χώνεψε τα κολόπουλα τα περιστέρια, του την σπάγανε που ο κόσμος τα θεωρούσε πρότυπα αγνότητας. Ακόμα περισσότερο του τη σπάγανε τ' αγριοπερίστερα, οι δεκαχτούρες μ' αυτό το απαίσιο γουργούρισμά τους τον ξυπνάγανε συχνά από τον ύπνο του. Τώρα τις φανταζότανε πιλάφι ατζέμ. Χωρίς κανένα πρόβλημα συνείδησης έστησε τις ξώβεργές του. Μετά σκόρπισε το σουσάμι σε ζωτικά σημεία για δόλωμα. Χαμογέλασε ικανοποιημένος, ήταν σαν να είχε ρίξει παραγάδι. Απλά έπρεπε να περάσει λίγη ώρα για να δρέψει τους καρπούς και φυσικά δεν θα πήγαινε χαμένη αυτή η αναμονή. Μπήκε μέσα στη τρώγλη του, δίπλωσε καλά το άσπρο τραπεζομάντηλό του, το έχωσε σε μιά τσέπη του παλτού του μαζί με μια πλαστική σακούλα και βγήκε έξω ξανά. Ο ήλιος είχε σηκωθεί αρκετά το περπάτημα ήταν ευχάριστο τώρα. Κινήθηκε προς  τα σύνορα του προαστείου του.


 Ο Γιώργης Αγιώργης σταμάτησε  στο περίπτερο για την ενημέρωσή του. Προσπέρασε με το βλέμμα του τον "Ριζοσπάστη". Δεν τους χώνευε τους κομμουνιστές, δεν ήθελε να έρθουν στην εξουσία και να του πάρουνε το βιός του. Η "Ελευθεροτυπία" έθετε το ερώτημα αν μας συμφέρει η παραμονή στο ευρώ και πρότεινε επαναφορά της δραχμής. Ο Γιώργης Αγιώργης στριτζώθηκε. "Είναι δυνατόν να πάρουνε μια τόσο σοβαρή απόφαση χωρίς να ρωτήσουν την γνώμη μου ; Δημοψήφισμα τώρα ! ". Η "Καθημερινή" είχε για θέμα της την κατρακύλα του Χρηματιστηρίου. Ο Γιώργης Αγιώργης διάβασε καλά την ανάλυση του Ρ/Ε της μετοχής της Εθνικής Τράπεζας. Μετά έριξε μια ματιά στους δυο "Τύπους". Περισσότερο πρόσεξε τις φωτογραφίες από τις μισόγυμνες μοντέλες, η πολιτική τους ανάλυση δεν τον ενδιέφερε.
Ενημερωμένος πλέον τράβηξε  για το σπίτι της κυρά-Ξούλας, γνωστής τρελλής της γειτονιάς του. Κτύπησε το κουδούνι και όταν βγήκε άρχισε να της αναλύει την οικονομική κατάσταση του τόπου. Οταν έφτασε στο Ρ/Ε της μετοχής της Εθνικής Τράπεζας η κυρά-Ξούλα δεν άντεξε. Πήγε στη κουζίνα της πήρε ντομάτες και άρχισε να του τις πετά. Ψύχραιμα ο Γιώργης Αγιώργης μάζεψε στην πλαστική σακούλα του τις πιο ώριμες, αυτές ήταν οι κατάλληλες για την σάλτσα.  Μετά συνέχισε την μοναχική πορεία του.

Στο προσκυνητάρι του Αγιου Γεράσιμου οι Κεφαλλωνίτες πάντα άφηναν φυτίλια, καρβουνάκια, λιβάνια, και λαδάκι για το καντήλι του άγιου. Αμαρτωλοί οι περισσότεροι, προσπαθούσαν να εξαγοράσουν τον άγιο με τα ακριβότερα προϊόντα, το λάδι του Αη Γεράσιμου ήταν το καλύτερο της περιοχής και πάντοτε παρθένο, καμμιά φορά μέχρι και βιολογικό εύρισκε. Ο Γιώργης Αγιώργης δεν ήταν πλεονέκτης. Πήρε ένα μικρο μπουκαλάκι, ίσα-ίσα για τις σημερινές ανάγκες του.



Με το που μεσημέριαζε αρχίζαν οι γάμοι στο ξωκλήσι. Είχε σχεδόν πάντα δυο-τρεις στη σειρά. Ο παπάς τα είχε κανονίσει μια χαρά : Τρίτη, Πέμπτη, Σάββατο οι γάμοι, Δευτέρα, Τετάρτη, Παρασκευή, οι κηδείες. Την Κυριακή είχε μόνο λειτουργία και μνημόσυνα. Ο Γιώργης Αγιώργης έφτασε την κατάλληλη στιγμή πάνω στο "Ησαΐα χόρευε". Εβγαλε το τραπεζομάντηλο και το κράτησε απλωμένο. Μαζεύτηκε αρκετό ρύζι και μερικά κουφέτα απ' όσους έκαναν πιο χοντρό καλαμπούρι με τους νεόνυμφους, βγάζοντας τα απωθημένα τους για το γάμο που τους ανέτρεπε κάποιες σεξιστικές ισορροπίες. Ο Γιώργης ξεχώρισε τα κουφέτα από το ρύζι, θα τα χρησιμοποιούσε σαν γλυκό μετά το γεύμα.

Με τον δεύτερο γάμο μάζεψε όσο ρύζι χρειαζόταν και πήρε σιγά-σιγά τον δρόμο της επιστροφής. Από ένα πεταμένο πακέτο τσιγάρα έβγαλε το ζελατινιένο περιτύλιγμα, ήταν σαν διάφανο σακουλάκι. Εκεί έβαλε την τελευταία του προμήθεια, αλατοπίπερο που το προμηθεύτηκε από τα στρωμένα αλλά χωρίς πελάτες ακόμα τραπέζια του σουβλατζίδικου. Εχοντας τελειώσει την συλλεκτική περιπλάνησή του επανέκαμψε στην τρώγλη του.



Δυο περιστέρια και μια δεκαχτούρα τον περίμεναν κολλημένα στις ξώβεργες του. Τους έστριψε απαλά τον λαιμό. Τα ξεπουπούλιασε, τους έκοψε πόδια και κεφάλι και με ένα ξυλαράκι σε σχήμα " Τ " στην άκρη του, τους έβγαλε τα εντόσθια από την αμάρα. Τα έπλυνε καλά και τα έριξε στην κατσαρόλα με τις ντομάτες, το αλατοπίπερο και το λάδι. Σε λίγο θάριχνε και το ρύζι, το ήθελε "παντρεμένο" και όχι να το βράσει χώρια.



Μετά το φαΐ πιπίλησε ένα δυο κουφέτα να γλυκαθεί και ύστερα  μάσησε τα αμύγδαλα.

Ο Γιώργης Αγιώργης  κοιμήθηκε ήσυχα σαν πουλάκι.


Είδε ένα όνειρο 

(επειδή τα βιντεοκλίπ του Ντύλαν έχουν αποσυρθεί από το γιουτιούμπ με απαίτηση της Sony, παραθέτω την ιταλική εκδοχή του τραγουδιού από τον αξέχαστο Φαμπρίτσιο ντε Αντρέ)

Δεν υπάρχουν σχόλια: