Στο καβούκι μου

Τα κείμενα της καθημερινότητας θα δημοσιεύονται στο εξής στον Βερνάρδο τον ερημίτη, στην διεύθυνση : http://gerimitiis.blogspot.gr/

Ποιήματα θα βρείτε στην ποιηματοποίηση

ενώ

Πεζά και διηγήματα στην διηγηματοποίηση

...

Τι δεν είναι και τι είναι το gpoint'sbreeze

Δεν είναι χώρος που προωθεί έμμεσα ή άμεσα διαφημίσεις.
Δεν είναι χώρος που θα σας προωθήσει σε άλλα μπλογκς πλην των άλλων του δημιουργού της.
Δεν είναι χώρος που θα σας υποχρεώσει ν' ακούσετε την μουσική που αρέσει στον δημιουργό του.

Είναι ένας χώρος που σέβεται την σκέψη και την ελληνική γλώσσα.
Είναι ένας χώρος που προσπαθεί να σέβεται τους επισκέπτες του και τον εαυτό του.



Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2013

Η άφιξη

Μια που σήμερα είναι το πρώτο σαββατοκύριακο μετά του Αγίου Βαλεντίνου ας δούμε κάποιες "συνέπειες" του εορτασμού από ένα παλιό διήγημα μου που ξαναβγήκε στην επιφάνεια αλλού.



Η άφιξη

 

Το τραίνο πλησίαζε στον προορισμό του. Είχε αρχίσει να διασχίζει τα προάστια της Πάτρας. Εμοιαζε λίγο απόκοσμο, παλιομοδίτικο απ’ έξω λόγω των παμπάλαιων βαγονιών, στην πραγματικότητα όμως ήταν χειρότερο από μέσα. Κουβάλαγε όλους τους αποτυχημένους, μονομανείς, απογοητευμένους, δήθεν ταλαντούχους, θλιβερούς ποιητές και συγγραφείς. Ολοι ήταν υπέρμαχοι της τέχνης και των ηθικών αξιών και όλοι πρόθυμοι να τις παραβούν για το ελαχιστότατο «κέρδος». Από μία άποψη βεβαίως ήταν ηθικότεροι από τους μικροαστούς, τους κλεισμένους στο καβούκι τους που βλέπαν τη ζωή από την κλειδαρότρυπα. Είχαν το θάρρος να εκτεθούν έστω και μεταξύ τους. Η πλάκα ήταν ότι όλοι ψοφάγανε να γίνουνε περισσότερο γνωστοί κι’ αυτό ακριβώς θα ήταν το τέλος του μοναδικού στοιχείου που τους αθώωνε. Το τραίνο άρχισε να σφυρίζει διακριτικά στην αρχή, πιο έντονα μετά.
Το τραίνο αγκομαχώντας μπήκε στο σταθμό της Πάτρας. Σπάζοντας όλα τα ρεκόρ έφθασε δύο λεπτά πριν την καθορισμένη ώρα ενώ συνήθως καθυστερούσε πάνω από μία ώρα. Ξαφνιασμένος ο σταθμάρχης σηκώθηκε από την πρέφα βλαστημώντας. Μόλις είχε μπει σόλο στα σπαθιά κι’ ετοιμαζότανε να πάρει το αίμα του πίσω μια που είχε τους άσσους στην καινούργια χαρτωσιά. Αναγκαστικά το παιχνίδι διακόπηκε και πήγε να υποδεχθεί το τραίνο. Εμεινε έκπληκτος από αυτό που αντίκρυζε. Δεν ήταν ότι ήταν μεταμφιεσμένοι, υπήρχε κάτι στον αέρα που τούλεγε πολλά
«Αυτοί είναι όλοι τους βαρεμένοι και ανοργασμικοί» σκέφτηκε. Μετά κοίταξε για καμμιά γκόμενα «τις τρελλές τις ρίχνεις πιο εύκολα» συμπλήρωσε. Πήρε αφηρημένος τα χαρτιά που τούδωσε ο μηχανοδηγός και τα υπέγραψε. Τα μάτια του καρφώθηκαν στην Φοινίκη. Από το πολύ διάβασμα το βλέμμα της είχε κάτι το απόκοσμο, του φάνηκε το ιδανικό θύμα.
Ολοι οι λογοτέχνες του τραίνου ήτανε σαν χαμένοι. Κανένας δεν είχε έρθει να τους υποδεχθεί -όλοι υπολόγιζαν τουλάχιστον μισή ώρα καθυστέρησης. Ταλαιπωρημένοι από το ταξίδι οι λογοτέχνες έμοιαζαν σαν εξωγήϊνοι που ζητούσαν απελπισμένα μιά επαφή. Ολοι ψάχνανε ένα στήριγμα. Η Φοινίκη κατευθύνθηκε προς τον σταθμάρχη τον μόνο άνθρωπο που τους κοίταζε με κάποιο ενδιαφέρον :
- Μήπως είσθε ο πρόεδρος της εκουφουπού ; ρώτησε
Ο σταθμάρχης την είδε λαχείο. Μπροστά στον Πετσουτσούνιο ο ίδιος ήταν ζενπρεμιέ.
- Οχι, είμαι ο σταθμάρχης. Περάστε στο γραφείο μου να πάρουμε τηλέφωνο τον κύριο Πετσουτσούνιο της πρότεινε.
Η Φοινίκη, κοντά στα πενήντα της, δεν ήταν καμιά χαζοβιόλα βέβαια. Σκέφτηκε διάφορα, την ταλαιπωρία της, την παραμέλησή της από τον άνδρα της, το λογοτεχνικό φεστιβάλ, τα παιδιά της - που μεγάλωσαν πια - και την υπηρέτρια που την είχε βρει διχάλα με τον «ξάδερφό» της στον καναπέ του σαλονιού όταν γύρισε απροειδοποίητα νωρίτερα σπίτι κάποια φορά. Μετά κοίταξε ένα παλιάμπελο στην άκρη του σταθμού, έβγαλε το κινητό της απ’ την τσέπη της και είπε γλυκά στον σταθμάρχη :
- Πάμε, να προλάβουμε το καρναβάλι.
O σταθμάρχης, χρόνια στο κουρμπέτι, είχε διαμορφώσει στο γραφείο του ένα χώρο σαν τηλεφωνικό θάλαμο. Ηταν μικρός, με το ζόρι χωράγανε δύο άτομα μέσα και είχε φροντίσει το καλώδιο του τηλεφώνου να μην κάνει καλή επαφή ώστε να τον φωνάξουν να το φτιάξει. Ετσι βρισκότανε «εν στενώ» με τις ομορφούλες που εξυπηρετούσε και καμιά φορά είχε τα τυχερά του, τις παλιές εποχές βέβαια γιατί τώρα με τα κινητά είχε πέσει η «πελατεία». Βέβαια πάντα στο σταθμό ξέπεφταν τίποτε  ξέμπαρκες τουριστριούλες αλλά η μη γνώση έστω και στοιχειωδών αγγλικών και μια «γαλλικιά» που είχε κολλήσει παλαιότερα από αλλοδαπή τον είχαν σπρώξει στην εκτίμηση των ελληνικών προϊόντων.
- Μη ξοδεύεστε, πάρτε απ’ το σταθερό μου, της είπε, δείχνοντας της το δωματιάκι.
- Δεν πειράζει καλέ, πέστε μου μόνο το νούμερο, έκανε ναζιάρικα η Φοινίκη.
Κτύπησε το νούμερο στο κινητό της, ενώ ο σταθμάρχης απομακρυνότανε διακριτικά, ελαφρά απογοητευμένος.
Η Φοινίκη το ξανασκέφθηκε. Κοίταξε το δωματιάκι κι’ ένοιωσε τις θηλές της να σκληραίνουν, το ταξίδι κι’ όσα προηγήθηκαν είχαν κάνει τη δουλειά τους.
Αποφασιστικά πάτησε το κόκκινο πλήκτρο του κινητού της, προχώρησε στο δωματιάκι  και δήλωσε:
- Δεν έχω μονάδες, ελάτε εδώ να ξαναπάρετε το νούμερο του κυρίου Πετσουτσούνιου.
Ο σταθμάρχης αναθάρρησε. Πρόσεξε την ελαφριά κοκκινίλα στο λαιμό της, αλάθητο σημάδι, ο στενός χώρος είχε κάνει τη δουλειά του στο θυμικό της. Μπήκε κολλώντας απαιτητικά το κορμί του επάνω της ενώ της χάϊδευε τρυφερά το μάγουλο :
- Τι να τον κάνουμε τον Πετσουτσούνιο, μωρό μου, καλά είμαστε οι δυο μας.
Η Φοινίκη έστρεψε το πρόσωπό της αλλού ενώ ξεκούμπωνε το πουκάμισό της, το στήθος της ήταν ακόμα ένα από τα ατού της. Ο σταθμάρχης δέχθηκε το δώρο της γρυλλίζοντας και ξεκουμπώνοντας το παντελόνι του:
- Κοίτα κι εσύ τι έχω εγώ για σένα.
Η Φοινίκη αισθάνθηκε λίγο έξω απ’ τα νερά της. Ηθελε μόνο σεξ, απρόσωπο σεξ και τίποτε άλλο. Του γύρισε την πλάτη ανοίγοντας ελαφρά τα σκέλη. Ο σταθμάρχης παραμέρισε την κυλόττα της και άρχισε να παίζει με το δάχτυλό του.
- Οχι εκεί σε παρακαλώ , του είπε ευγενικά αλλά και σταθερά.
Ο σταθμάρχης άφησε τις φαντασιώσεις του για τρελλίτσες και περιορίστηκε στο ορθόδοξο σεξ. Η Φοινίκη μετά την πρώτη είσοδο , έχοντας πραγματοποιήσει το απωθημένο της δεν είχε καμιά όρεξη πλέον. Με δυο τρεις μαστόρικες κινήσεις τον έκανε να τελειώσει και  τακτοποίησε τα ρούχα της αμέσως. Ξεχνώντας να τον χαιρετήσει, πέρασε σχεδόν από πάνω του και χάθηκε μέσα στους δρόμους της Πάτρας. Ηθελε ν’ αναπνεύσει αέρα.
Ο σταθμάρχης κοίταζε το εξαντλημένο όργανό του :
- Αντε, καλά τα κατάφερες σήμερα, είπε στον εαυτό του.
Το καρναβάλι μόλις ξεκίναγε.

 Οι εικόνες από το γκουγκλ, ως συνήθως

Δεν υπάρχουν σχόλια: