Στο καβούκι μου

Τα κείμενα της καθημερινότητας θα δημοσιεύονται στο εξής στον Βερνάρδο τον ερημίτη, στην διεύθυνση : http://gerimitiis.blogspot.gr/

Ποιήματα θα βρείτε στην ποιηματοποίηση

ενώ

Πεζά και διηγήματα στην διηγηματοποίηση

...

Τι δεν είναι και τι είναι το gpoint'sbreeze

Δεν είναι χώρος που προωθεί έμμεσα ή άμεσα διαφημίσεις.
Δεν είναι χώρος που θα σας προωθήσει σε άλλα μπλογκς πλην των άλλων του δημιουργού της.
Δεν είναι χώρος που θα σας υποχρεώσει ν' ακούσετε την μουσική που αρέσει στον δημιουργό του.

Είναι ένας χώρος που σέβεται την σκέψη και την ελληνική γλώσσα.
Είναι ένας χώρος που προσπαθεί να σέβεται τους επισκέπτες του και τον εαυτό του.



Τρίτη, 7 Οκτωβρίου 2008

Γλυκειά ζαλάδα


Την είδε. Ισως η ελαφριά κλίση της, ίσως τα απαλά χρώματά της, ίσως η αίσθηση του λάθους που υπήρχε διάχυτη σε όλη της την ύπαρξη, τραβηξε το βλέμμα του. Συμβαίνει μερικές φορές άλλο να ψάχνεις κι’ άλλο να σου τραβά την προσοχή.
Ηταν στο πάνω σημείο της πρόσοψης, μακρόστενη με μπλέ γράμματα σε κίτρινο φόντο. Απο κάτω η κλασσική βιτρίνα με τον κρυφό φωτισμό και τα ζωντανά μοντέλα.
Ηταν η μόνη σε μιά ακτίνα ίσως και δύο χιλιομέτρων που δεν ήταν από νέον και η μόνη με ελληνικούς χαρακτήρες. Και το περιεχόμενο της από άλλο πλανήτη, από άλλη εποχή, απίστευτο : «Διονυσιακά όργια». Μα ίσως πιό απίστευτη ήταν η φίρμα της εταιρίας από κάτω «Αφοί Διώνη και Σία». Τι του θύμιζε...πίσω στην Ελλάδα, πίσω στο χρόνο όταν ακόμη οι εταιρίες ήταν προσωπικές και οι συνεταίροι χωράγαν όλοι σε τρία γράμματα Σία. Δεν ήξερε τι ακριβώς σήμαινε, δεν ρώτησε να το μάθει, σαν συντόμευση του συντροφία του φαινότανε, αργότερα η άλλη Σία η αμερικάνικη βρώμισε τη λέξη και γεμίσαμε εταιρίες περιορισμένης ευθύνης .
Η βιτρίνα ήταν ίσως η πιό κόσμια της γειτονιάς. Ενας άντρας με σαγιονάρες και σλιπάκι έντονα φουσκωμένο στο επίκεντρό του και δυό γυμνόστηθες στριγγάτες ελαφρώς νυσταγμένες δεξιά και αριστερά του να του τρίβονται επαγγελματικά. Ολο το σκηνικό της βιτρίνας ήταν σκεπασμένο με μεταξωτές κουρτίνες σε ροζ και πορτοκαλί χρώματα, ίσως από κάτω να ήταν κάποιο σκηνικό ανάλογο του τίτλου, κανένας Πάνας και τίποτα μαινάδες σε βουκολικό τοπίο που δεν συγκινούσανε τους βόρειους και ο νέος ιδιοκτήτης το γύρισε στην πεπατημένη. Ηταν σίγουρος πως οι αδερφοί Διώνη είχαν πουλήσει το μαγαζί, το έβλεπε στην εγκατάλειψη της ταμπέλας, στην παγερή αδιαφορία του νέου ιδιοκτήτη να την αλλάξει, όπως κάνουνε οι κινέζοι που πουλάνε ρούχα σε μαγαζιά θρυλικά δισκοπωλεία. Ούτε τις ταμπέλες δεν αλλάζουνε, ίσως να είχαν περάσει και από εκεί, ίσως κινέζοι να ήτανε οι νέοι ιδιοκτήτες.
Αμβούργο. Σαν Πάολι, η κακόφημη συνοικία. Μαγαζιά με βιτρίνες ζωντανές κι’ αυτός να ψάχνει τις νεκρές τις αναμνήσεις.
Δεν ήτανε πολύ μαζί της, δυό μήνες σκάρτους. Στη δεύτερη βδομάδα την παντρεύτηκε, την πέμπτη την χώρισε αλλά μείνανε ακόμα λίγο μαζί. Του είχε πει πως δεν άντεχε την ιδέα να είναι παντρεμένοι και δοκιμάσαν την ελεύθερη συμβίωση. Δεν της είχε πει πως τούχε γίνει απαραίτητη ούτε πως τούφερε μιά ζαλάδα, μιά γλυκειά ζαλάδα μεσ’ στο μυαλό από την πρώτη φορά που κοιμήθηκαν μαζί. Μετά έφυγε κι’ αυτός ξεκίνησε ταξίδι, ναι ταξίδι ήταν και το ψάξιμο μονάχα η αφορμή. Αλλαξε κι’ ήπειρο σαν γύρισε τις πολιτείες όλες στο Αμέρικα. Του φάνηκε πως την αντάμωσε σ’ ένα εστιατόριο με γυμνόστηθες σερβιτόρες στην Καλλιφόρνια αλλά απλά της έμοιαζε. Ρώταγε γι’ αυτήν σε κάθε μπαρ το κάθε βράδυ. Του είπανε πως την είδαν στην Ταγγέρη και πήρε σβάρνα όλη την μεσογειακή παραλία της Αφρικής. Κάποιος τον λυπήθηκε και τούπε να ψάξει στο Αμβούργο, στο Σαν Πάολι. Βρέθηκε να κοιτάζει την βιτρίνα.
Θυμήθηκε που λέγανε γιά τον Ελβις Πρίσλεϋ ότι έβαζε μέσα στο παντελόνι του το χαρτόνι από το χαρτί τουαλεττας γιά να φουσκώνει, αυτό του θύμισε ο μοντέλος, οι γυναίκες του ήταν αδιάφορες. Ξανακοίταξε την ταμπέλλα. «Διονυσιακά όργια».
Θυμήθηκε τους συμμαθητές του. Αλλοι είχανε γίνει γιατροί, άλλοι καθηγητές, άλλοι υδραυλικοί. Αυτός τι είχε γίνει ; Ζούσε στην γλυκειά ζαλάδα του και δεν τον ένοιαζε. Μόνο να την βρεί ήθελε και να ξανακοιμηθεί μαζί της.
Ειδε τις κοπέλλες να αποχωρούν. Αλλαγή βάρδιας σκέφτηκε. Ολες οι ελπίδες του συγκεντρώθηκαν στις δυό καινούργιες κοπέλλες της βιτρίνας, ήτανε βέβαιος πουθενά αλλού δεν θα μπορούσε να την βρεί. Κοίταζε τα χοντροκομμένα ψηλοτάκουνα παπούτσια να αποχωρούν και περίμενε τα καινούργια. Περπατώντας πάνω τους δυό καινούργιες κοπέλλες εμφανίστηκαν στην βιτρίνα. Κόλλησε το μάτι του στο τζάμι να δει καλύτερα . Του φάνηκε πως αναγνώρισε το στήθος της. Ταράχτηκε και κοίταξε το πρόσωπο. Είδε περρούκα και μακιγιάζ και ξέχασε τι έψαχνε. Ηταν κι’ αυτή η γλυκειά ζαλάδα. Από τότε. Από την πρώτη φορά που κοιμήθηκαν μαζί.
Ξανακοίταξε την υπογραφή στην ταμπέλλα. «Αφοί Διώνη και Σία». Λες νάμαι εγώ η Σία αναρωτήθηκε μες’ στη γλυκειά ζαλάδα του.
Κάποιος του είπε πως την είδε στην Τασκένδη...
Χαμογέλασε.

Δεν υπάρχουν σχόλια: