Στο καβούκι μου

Τα κείμενα της καθημερινότητας θα δημοσιεύονται στο εξής στον Βερνάρδο τον ερημίτη, στην διεύθυνση : http://gerimitiis.blogspot.gr/

Ποιήματα θα βρείτε στην ποιηματοποίηση

ενώ

Πεζά και διηγήματα στην διηγηματοποίηση

...

Τι δεν είναι και τι είναι το gpoint'sbreeze

Δεν είναι χώρος που προωθεί έμμεσα ή άμεσα διαφημίσεις.
Δεν είναι χώρος που θα σας προωθήσει σε άλλα μπλογκς πλην των άλλων του δημιουργού της.
Δεν είναι χώρος που θα σας υποχρεώσει ν' ακούσετε την μουσική που αρέσει στον δημιουργό του.

Είναι ένας χώρος που σέβεται την σκέψη και την ελληνική γλώσσα.
Είναι ένας χώρος που προσπαθεί να σέβεται τους επισκέπτες του και τον εαυτό του.



Κυριακή 31 Αυγούστου 2008

Επιτομή


Κάποια χρόνια μετά την άλωση της Τροίας οι βασικοί πρωταγωνιστές αισθάνθηκαν έντονη την ανάγκη της επιστροφής και οι κομπάρσοι το ίδιο. Αρχικά ήταν «τοπική» επιστροφή μα πολύ σύντομα απέκτησε την «χρονική» διάστασή της. Τα κατεστραμμένα σπίτια, τα καμμένα ιερά, τα κομμένα δένδρα άρχισαν να ξαναπαίρνουν την αρχική τους μορφή, μέχρι και ο αποξηραμένος Σιμμόεις ξαναβρήκε νερό. Ολο το σκηνικό είχε στηθεί περιμένοντας πρωταγωνιστές και κομπάρσους. Το έργο «έπρεπε» να ξαναπαιχθεί, ίσως λίγο διαφορετικά αυτή τη φορά, με περισσότερους αυτοσχεδιασμούς και την απόφαση της μοίρας να μη βαραίνει τόσο στο τελικό αποτέλεσμα. Η ανάγκη της επανάληψης ήταν περισσότερο από επιτακτική, είχε γεννηθεί από την αποτυχία του σπόρου να φυτρώσει, ζήταγε την δεύτερη ευκαιρία της και δεν λογάριαζε τόπους, χρόνους και ανθρώπους.
Το ζητούμενο ήταν το «άοιδε θεά», η μήνις του Αχιλλέα ήταν περίπου αδιάφορη. Κανονίστηκε όπως ρυθμίζονται οι κυριακάτικες εκδρομές γιά μπάνιο με το πούλμαν
ετσι βρέθηκαν όλοι εκεί.
Ηταν μιά ιδέα γενικά αποδεκτή χωρίς κανένας να θυμάται ποιός την πρωτοείπε. Ηταν σαν να υπήρχε πάντοτε όπως υπάρχουν τα βουνά, τα δάση και οι θάλασσες, μιά ιδέα που έγινε από όλους δεκτή, χωρίς καμμία εξαίρεση, χωρίς κανένα ιδιαίτερο ενθουσιασμό ή εκδηλώσεις χαράς αλλά σαν κάτι φυσικό και αυταπόδεικτο, κάτι που το περιμένανε και το δέχονταν χωρίς αντιρρήσεις σαν το τέλος του καλοκαιριού ή του χειμώνα.
Ηταν όλοι τους ηθοποιοί. Πολύ καλοί ηθοποιοί, από αυτούς που ταυτίζονται με τους ρόλους τους και τους ζούνε. Και ήταν συγχρόνως σκηνοθέτες μα και δημιουργοί του σεναρίου μιά που οι αυτοσχεδιασμοί τους ήταν αυτοί που έδιναν υλικό στον τυφλό συγγραφέα-ποιητή-παραγωγό. Αυτή τη φορά βέβαια - αυτή ήταν η ιδέα- θα ξαναπηγαίνανε την ίδια εκδρομή, θα χρησιμοποιούσανε τα ίδια σκηνικά, θα είχανε τους ίδιους ρόλους αλλά δεν θα είχανε σεναριογράφο, τον γέρο-Ομηρο τον είχαν αποκλείσει παμψηφεί και κοινη συναινέσει.
Οι αρχικές διαφορές ελάχιστες ήταν. Η καραφλίτσα του Αχιλλέα και το διαφαινόμενο στομαχάκι του Εκτορα ήταν οι πιό κτυπητές. Κάνανε πάλι τρείς φορές τον γύρο στα τείχη της πόλης όχι τρέχοντας και κυνηγώντας ο ένας τον άλλο, αλλά αυτή την φορά περπατώντας δίπλα-δίπλα και σιγοκουβεντιάζοντας σαν παλιόφιλοι. Οι άλλες - οι πιό μικρές διαφορές – στα μάτια και στην έκφρασή τους υπήρχαν.
Πού ήταν η αποφασιστικότητα του Διομήδη, το θάρρος του Ιδομενέα, η θεϊκή περηφάνεια του Σαρπηδόνα ; Ο Μενέλαος είχε αντικαταστήσει το θλιμμένο ύφος του μ’ ένα ανυπόμονο βλέμμα- λες και περίμενε την άνοδο του Χρηματιστηρίου. Η Θέτις φαινόταν πιό ξανανιωμένη και η Εκάβη κάπως ατημέλητη. Ο Αρης πάντα ίδιος και ανίκητος σαν την βλακεία που αντιπροσώπευε, στην δεύτερη τούτη παράσταση θεά του πολέμου ήταν η Αθηνά, κι’ ο πόλεμος σοφία είναι το νοιώθεις αν ζήσεις δεύτερη φορά. Ο Δίας δεν φαινότανε, είχε κρυφθεί πίσω απ’ τα σύννεφα με την κυρά του και θεά του, την Ηρα. Τούτη την φορά είχε παρατήσει τον ζυγό που έγερνε στην νίκη των Ελλήνων, του ήταν αδιάφορο ποιός θα κέρδιζε. Αυτός, νικώντας τον Υπνο, είχε κερδίσει γιά δεύτερη φορά την Ηρα στην καριέρα του και απολάμβανε το κάθε δευτερόλεπτο μαζί της.
Η Κασσάνδρα, απαλλαγμένη από τις διαταγές του σκηνοθέτη-συγγραφέα-ποιητή δοκίμαζε τις ικανότητές της στην μουσική. Πολλοί την θαύμαζαν, ο Αίας πρώτος-πρώτος. Η Ελένη –δεν θα το πιστέψετε αλλά – έπλενε τα πιάτα να κερδίσει τον χαμένο καιρό, η Αφροδίτη τα σκούπιζε και τα τοποθετούσε στα ράφια. Ειχαν αναλάβει το βραδυνό γεύμα στην αποχαιρετιστήρια συγκέντρωση, εκεί στην ακτή, εκεί που είχαν τραβήξει τα πλοία έξω στην στεριά. Ο Νέστορας είχε πάρει κιόλας θέση και περίμενε το βράδυ παίζοντας πεσσούς με τον Τειρεσία Με το σούρουπο όλοι μαζεύτηκαν πίσω απ’ την τάφρο, στην λουρίδα της άμμου μπροστά στα πλοία. Εντύπωση έκανε η παρουσία του Εκτορα αλλά και του πτώματός του ταυτόχρονα που το ζητούσε ο πατέρας του, τα ίδια συνέβαιναν και με τον Πάτροκλο.
Τα μόνα - ίσως – πρόσωπα που έλειπαν ήταν η Κλυταιμνήστρα και η Πηνελόπη, θα χωράγανε στην καινούργια εκδοχή που ξετυλιγότανε αυθόρμητα. Η μοναξιά του Αγαμέμνονα ήταν δεδομένη και η κοιλίτσα του Οδυσσέα ίσως είχε αιτία την αιώνια πίστη του στην Πηνελόπη.
Το Ιλιον χρύσιζε στις τελευταίες ακτίνες του ήλιου που είχε μισοδύσει κάπου στα νότια και κινιότανε παράλληλα με τον ορίζοντα να πάρει την σωστή του θέση. Οταν μοιράστηκε το φαγητό όλοι χαμογελάσανε και ο Σιμμόεις ενώθηκε επιτέλους με τον Ωκεανό
Μ’ αυτά και μ’ αυτά η εκδρομή έγραφε την ιστορία της και η Ιστορία κατέγραφε την εκδρομή σαν μιά ακόμη εκδοχή της. Οι πρωταγωνιστές- πέρα από αυτή την διαδικασία – μάλλον το απολάμβαναν, τα προσωπικά προβλήματα ελάχιστη σημασία έχουν μπροστά στο αέναο Γίγνεσθαι
Μακριά, πολύ μακριά, παλιά, πολύ παλιά και κατά μία έννοια ταυτόχρονα σ’ ένα παράλληλο Σύμπαν καθένας είχε την δεύτερη ευκαιρία του. Αλλος την κέρδισε, άλλος την έχασε, άλλος την αγνόησε, τι σημασία έχει ; Τα παράλληλα Σύμπαντα δεν ξανασμίγουν παρά μόνο με κοινή συναίνεση και αν συγκατατεθούν ο ποιητής κι’ ο Χρόνος

Τετάρτη 6 Αυγούστου 2008

Φονική συνταγή




«Ελα μωρέ, φάε και συ λίγο να μη πάει χαμένο, εμένα μου πέρασε η όρεξη».
Δεν ήθελα και πολύ. Λιγούρης στο φαΐ και όχι μόνο, άμα το έχω μπροστά μου του δίνω και καταλαβαίνει. Υποκύπτω στους πειρασμούς είναι η ιδεολογία μου και η αποφυγή των πειρασμών η άμυνά μου.
Μαζί της. Διακοπή στις διακοπές μου. Εξ άλλου το μαζί της πάντα σαν διάλειμα είναι. Συμφωνία, όταν μπορούμε βγαίνουμε «να περάσουμε καλά» και τέλος. Πλήρης αδιαφορία - ούτε τηλέφωνο – στο νεκρό διάστημα, καμμιά υποχρέωση, καμμία δέσμευση, όταν κι’ αν μπορούμε κι’ οι δυό, χτες βράδυ μπορούσαμε. Μπορούσαμε ;
Αλλαι αι βουλαί του θεού (καθένας μας κι’ ένας μικρός θεός) και άλλα η μοίρα προστάζει (ίσως γι’ αυτό αποκαλούνε τις γυναίκες μοιραίες). Το μέλλον θα αποφασίσει γιά τη συνέχεια ή μη της σχέσης, το μέλλον είναι ουδέτερο στην ελληνική γλώσσα.
Ανδρας, γυναίκα, μέλλον, πιό ταιριαστή τριάδα μου φαίνεται από την πατήρ, υιός και (άγιο) πνεύμα που ακολουθώ στην οικογενειακή μου ζωή, ταυτίζοντας την κόρη μου με «εν είδει περιστεράς» ώστε να «εβεβαίου του λόγου το ασφαλές»
Αποφεύγω το βραδυνό φαγητό και το ξενύχτι μιά που σηκώνομαι από (ψαράδικη) συνήθεια τα χαράματα και δεν με πιάνει ύπνος το μεσημέρι. Χρόνια γνωστοί, το ξέρει και προσπαθεί να το σέβεται, όπως και εγώ προσπαθώ να σέβομαι τις δικές της συνήθειες, αλλά λόγω καύσωνα χθες βρεθήκαμε στις έντεκα μου μου. «Πεινάω σαν λύκαινα» μου είπε και ψιλοχάρηκα παρεξηγώντας το «φαΐ» με τα μεζεδάκια. Στίς τρεις τέσσερις μπουκιές χόρτασε. Συμβαίνει. Το μητρικό ένστικτο που γεννάω στις γυναίκες την οδήγησε να με μπουκώσει, υποχώρησα ελπίζοντας σε μιά (σύντομα) καλύτερη συνέχεια. Τελείωσα όσο πιό γρήγορα μπορούσα ότι υπήρχε στα πιάτα.
« Νηστικό αρκούδι δεν χορεύει» είπε και τόπιασα το υπονοούμενο μιά που ξέρει πως δεν χορεύω παρά μόνο μεθυσμένος.
« Πάμε να ρίξουμε μιά ματιά στις βιτρίνες της Πατησίων ;» Πως να χαλάσεις τέτοιο χατήρι, άσε που η βόλτα βοηθάει και στην χώνεψη. Μεγάλος δρόμος η Πατησίων και παντού βιτρίνες. Δεν ψωνίζω ποτέ μου ρούχα. Το αναθέτω σε κοντινά μου πρόσωπα μιά που είμαι δυσλεκτικός στις εικόνες, δεν μπορώ να φανταστώ κάτι επάνω μου και σιχαίνομαι να προβάρω ρούχα και παπούτσια. Περισσότερο ενδιαφέρον γιά μένα έχουν οι βιτρίνες με τα ψυγεία και τα πλυντήρια αλλά σπανίζουν σε περπατιάρικους δρόμους, οι μπουτικ κυριαρχούν.
Δεν μπορώ να περιγράψω τα σχόλια επί των ρούχων της συνοδού μου γιατί δεν τα άκουγα «έπαιζα» μέσα μου την ενάτη του Σούμπερτ, να πλημμυρίζει τ’ αφτιά μου και να καλμάρω. Συγχρόνως σκεπτόμουνα την σοφή παρατήρηση του Ντύλαν άμα σε πιάσει αγκαζέ μιά γυναίκα κάτι κακό γιά σένα έχει στο νού της. Με είχε πιάσει όντως αγκαζέ, πέρα από τις μέχρι τώρα συνήθειές της.
Η ώρα πλησιάζε την «τρίτην πρωϊνήν» «οι μικρές ώρες περνάνε γρήγορα, γι’ αυτό τις λεν μικρές» μου είχε πει κάποτε μιά νυκτερινή μου περιπέτεια, σοφή κουβέντα. Είχαμε εξαντλήσει τα δύο πεζοδρόμια της Πατησίων, στο αναπόφευκτο της στιγμής μου εξήγησε ότι ενδιαφερότανε πολύ γιά μένα, την υγεία μου και την ζωή μου αλλά απόψε δεν ήταν διαθέσιμη γιά περαιτέρω. Το πασπάλισε και με ολίγες φράσεις περί σύσφιγξης των σχέσεων μας, «μεγαλώνουμε, έχουμε ανάγκη ο ένας τον άλλον», εκνευρίζομαι όταν οι γυναίκες χρησιμοποιούν αρσενικό γένος γιά να περιγράψουν τον εαυτόν τους, δεν το θεωρώ ισότητα αλλά άρνηση ταυτότητας.
Πήραμε την άγουσα προς άγραν ταξίου. Σκεπτόμουνα τον χαμένο μου ύπνο, όχι ιδιαίτερα προβληματισμένος, στα πενήντα τόσα μου ξέρω πως τέτοιες σκέψεις και αποφάσεις διαρκούν όσο και η έκλειψη ηλίου. Και τότε τον είδα. Μάλλον τον είδαμε. Τον Νικόλα, κοινό μας γνωστό, οκτώ χρόνια μικρότερο απο μένα αλλά να δείχνει εβδομηντάρης και βάλε. Θύμα του κόμμματος και του μυαλού του ο Νικόλας, χρυσό και άκακο παιδί, ψάχνει το μεροφάϊ – κυριολεκτικά- με το φανάρι. Κάποιο έντυπο υλικό πέταγε κάτω απ’ τις πόρτες με κομματική συνείδηση, ένα σε κάθε πόρτα και όχι καμμιά δεκαριά μαζί να τελειώνουνε πιό γρήγορα. Εξ άλλου άμα τελείωνε τη δουλειά του, τι θα έκανε, που θα πήγαινε ; Αστεγος χρόνια ξέρει ότι είναι βάρος σ’ όσους τον φιλοξενούνε, φροντίζει να τους ξαλαφρώσει από την παρουσία του όσο περισσότερο μπορεί..
Τον χαιρέτησα μ’ ένα κούνημα της κεφαλής. Η συνοδός μου ήταν περισσότερο διαχυτική :
«Τι γίνεται Νικόλα, πως τα περνάς ;»
Ο Νικόλας άνοιξε το χωρίς δόντια στόμα του:
«Τρώω πολύ- όταν έχω-, κοιμάμαι ελάχιστα, συνουσιάζομαι σπάνια»
«Φονικός συνδυασμός» είπε η δικιά μου « και τι κάνεις γι’ αυτό;»
Την κοίταξα σαν να την έβλεπα πρώτη φορά. Ισως ήτανε αυτό το φωτοστέφανο γύρω απ’ το κεφάλι της που δεν είχα ποτέ μου προσέξει...

Σάββατο 2 Αυγούστου 2008

Ενα πρωϊνό στον κήπο


Μερικά πράγματα συμβαίνουν και δεν το συνειδητοποιούμε, δεν μπορεί να τα παρακολουθούμε όλα

Ιιεεεέπ! Κάτι γίνεται εδώ ! Ενα είναι αλλιώτικο απ’ τ’ άλλα.
Στη σειρά νεοφύτρωτα φασολάκια, ένας υπόλευκος κορμός και δυό καρδιόσχημα, πράσινα φύλλα μοναχά, τα πρωτάρικα, να θυμίζουν την δικοτυλήδονη κατάγωγή τους. Μαυρομάτικα καμμιά διακοσαριά. Οσο μικρός είναι ο καρπός, τόσο μεγάλα τα πρώτα τα φύλλα. Μετά αρχίζουν τα τρίλοβα και αναπτύσσεται το φυτό. Όμως ένα μέσα σ’ όλα διαφέρει, έχει ένα μόνο φύλλο, γέρνει μονόπλευρα. Στη βάση του φυτού το μυστικό :
Μια ανοιχτοπράσινη ακριδούλα. Ενάμισυ πόντο όλη κι’ όλη αγκιστρωμένη κατακόρυφα στον κορμό καμουφλάρεται. Φαίνεται αθώα έχοντας χωνέψει το ένα φύλλο μα είναι ικανή να χαλάσει τη μισή σπορά. Δείκτης κι’ αντίχειρας την συμπιέζουν ελαφρά –σαν να μη πονέσει πολύ. Τα μεγάλα μάτια της, στο χρώμα του μελιού μοιάζουν ανέκφραστα, τουλάχιστον με τ’ανθρώπινα δεδομένα. Λίγος πολτός βγαίνει από την κοιλιά της. Τέλος.
Τα φασολάκια μου δεν θα είναι βιολογικά, ούτε οικολογικά, δεν πληρούν τις προδιαγραφές των σχετικών οργανισμών, θα είναι απλά λογικά.
Κάθε πρωΐ κατεβαίνω στον κήπο για καφέ και κατ-σίττινγκ. Η πολύμηνη χειμερινή απουσία έχει μετατρέψει τον κήπο σε άντρο από ξένες γάτες καθόλου φιλικές προς την δική μου, η γνωστή κόντρα αθηναίων και επαρχίας. Ο νόμος των ανθρώπων καμμιά ισχύ δεν έχει στα ζώα, δεν αναγνωρίζουν χαρτιά και τίτλους κυριότητος, πρέπει να επιβάλλω τον τσαμπουκά μου για να αποκτήσει το «φσιφσίκι» μου λίγο ζωτικό χώρο στο χώμα. Κάθε πρωΐ μια ωρίτσα κάνει το αγροτικό της. Η παρουσία μου είναι αποτρεπτική γιά τις εγχώριες γάτες, το πεδίο ελεύθερο. Μυρίζει τα πάντα αλαφροπατώντας, δαγκώνει μικρά κλαδάκια, προσπαθεί να γητέψει τα πουλιά. Πρέπει να έχει κάποια γονίδια σκύλου, της αρέσει τόσο η στάση της «φέρμας». Που και που με θυμάται κι’ έρχεται τρέχοντας με σηκωμένη την ουρά.
Πίσω στην ακρίδα. Μια στρατιά από μυρμήγκια διασχίζει τις σειρές των φασολιών. Μαύρα, μεγαλούτσικα όλα κάτι κουβαλάνε, ίσως και να μετακομίζουνε. Αποφασίζω να τους κάνω δώρο την ακρίδα. Την τοποθετώ μέσα στο μονοπάτι τους. Πλήρης αδιαφορία, φαίνεται είναι πολύ απασχολημένα με τη δουλειά τους, μερικά την μυρίζουν και συνεχίζουν τον δρόμο τους. Σε λίγο κάποιο ξεφόρτωτο την αρπάζει με τις δαγκάνες του απ΄ την κοιλιά κι’ αρχίζει να την σέρνει έξω απ’ την στράτα. Εκπληκτική δύναμη. Κουβαλάει κάτι τουλάχιστον πέντε φορές μεγαλύτερο απ’ το ίδιο παρά τις ανωμαλίες του εδάφους που θα πρέπει να φαντάζουν τεράστιοι βράχοι στα μέτρα του. Η ακρίδα σφηνώνεται, μαγκώνει, κατρακυλάει, το μυρμήγκι αλλάζει ρότα, ξεπερνά κάθε εμπόδιο και προχωράει. Με εντυπωσιάζει το γεγονός ότι απομακρύνεται από την γραμμή που ενώνει τις δυό φωλιές. Αποφασίζω να επέμβω, ανθρώπινη ματαιοδοξία. Πιάνω την ακρίδα και την μεταφέρω κοντά στην μια φωλιά. Το μυρμηγκάκι γερά αρπαγμένο με τις δαγκάνες του, μεταφέρεται κι’ αυτό. Μόλις το αφήνω προσπαθεί να απομακρυνθεί με την λεία του. Κάθε που συναντιέται με άλλα μυρμήγκια τινάζονται σαν να τα χτύπησε ρεύμα. Κοιτάζω καλύτερα. Το «δικό» μου μυρμήγκι είναι άλλη ράτσα πιο αδύνατο και με πιο μακριά πόδα. Οι εχθροί του τώρα δαγκώνουν κι’ αυτοί την ακρίδα. Το δικό μου την τραβάει ζόρικα σέρνοντας μαζί τρεις και τέσσερις αντιπάλους σαφώς πιο μεγαλόσωμους από την άλλη άκρη, Κάποιος το πλησιάζει. Τινάζονται κεραυνοβολημένοι. Το δικό μου κάνοντας κύκλο ορμάει ξανά στην ακρίδα και την τραβάει μακριά από την φωλιά. Οι εχθροί πυκνώνουν, το ίδιο σκηνικό ξανά. Σιγά-σιγά βάζουν περιπολίες γύρω απ’ την ακρίδα. Το δικό μου κάνει μερικές ακόμα επιθέσεις ξεφεύγοντας από τους διώκτες του, κερδίζει κάποια εκατοστά με το θήραμά του αλλά εις μάτην. Καμμιά δεκαριά εχθροί τραβάνε τώρα την ακρίδα στην φωλιά τους. Το δικό μου δίνει μάχες με τα εχθρικά στρατεύματα ενώ η ακρίδα χάνεται στο βάθος της φωλιάς. Πλήθος από μυρμήγκια μαζεύεται στα πέριξ της φωλιάς. Αδύνατο πιά να ξεχωρίσω το δικό μου στο τόσο πλήθος που μαζεύτηκε.
Η breeze, η γάτα μου ανηφορίζει τα σκαλιά του σπιτιού. Ξέρει πως πέρασε η ώρα σε λίγο ο ήλιος θ’ αρχίσει να καίει τον κήπο, προτιμά την δροσιά του σπιτιού. Ρίχνω μια τελευταία ματιά στα φασολάκια, μαζεύω το φλιτζάνι του καφέ και ανεβαίνω κι’ εγώ.

Κυριακή 20 Ιουλίου 2008

Γυφτο-ποίηση

Το γαλάζιο θα μπορούσε να είναι πράσινο ή και άλλο χρώμα, είναι θέμα συγκυρίας.

Γυφτοποίηση. Οχι δεν θα μιλήσω γιά την ποίηση σήμερα, γιά το κοινωνικό κατάντημα θα μιλήσω όπως το εισπράττω στην ελληνική επαρχία σε μέρος απ' τα "πιό ακριβά". Να ξεκινήσω από το δασάκι, την κλασσική καλοκαιρινή βόλτα. Στην αρχή του ένας πάγκος με φώτα και τζουμπλέκια. Λουκουμάδες, Ποπ κόρν, Donuts -διατηρώ την γραφική επιλογή του μαγαζάτορα- και δίπλα κατάχαμα τα μωρά και οι γυναίκες που τα φροντίζουν, οι άντρες στο πόστο τους και η γιαγιά στην πλαστική την πολυθρόνα. Πιό πέρα μιά ελεεινή και τρισάθλια (πρώην αυτοκινούμενη και νυν σαράβαλο) "καντίνα" περιμένει τα υποψήφια θύματά της. Το ημίφως της ταιριάζει με τα λουκάνικα που εμπορεύεται.
Σκέπτομαι τον αλογοσκούφη. Δεν το ξεκίνησε αυτός, μα το ανέδειξε. Τέρμα τα όνειρα και οι προσδοκίες, η αγνή ελληνική επαρχία έμαθε να βάζει μικρούς στόχους και να τους πετυχαίνει, όπως οι επαγγελματίες που περιέγραψα. Οι μόνιμοι κάτοικοι ζουν με το όνειρο της καταπάτησης των δημοσίων και μη χώρων και της μελλοντικής αξιοποίησης, οι παρακατιανοί κοιτάνε πως θα κλέψουνε κανένα μέτρο από τον γείτονα που λείπει. Μικροί στόχοι, εφικτοί που κατακτώνται με λίγη πολιτική προώθηση ή συμβολαιογραφικό λάδωμα και χαρίζουν "ευτυχία". Αυτήν που αποτυπώνεται στα ενδυματολογικά γούστα της κυρίας ( το τζίπσυ λουκ δεν είναι τόσο γύφτικο όσο τα φορέματα και τα παπούτσια τους).
Γυφτιά αναδίδει ο τρόπος που φιλιώνται τα παιδιά τους στα σκαλοπάτια, γυφτιά κι' ο τρόπος που αγκαλιάζει την κολώνα η κυρία μα και ο τρόπος που την φωτογραφίζει με το κινητό του ο συνοδός της, γυφτιά και τα αναιδή πολύχρωμα φώτα στα μαγαζιά.
Σκέφτομαι τον καταλληλότερο, τον τρόπο που περπατάει, τον τρόπο που μιλάει, the way you walk, the way you talk, σε πόσα ρομαντικά τραγούδια δεν έχουμε ακούσει αυτά τα λόγια. Φυσικό πρότυπο των ψηφοφόρων του, τον φαντάζομαι να μιλάει στην βουλή στους βουλευτές της συμπολίτευσης. Τώρα γιατί αυτούς τους φαντάζομαι σαν ψόφια επιπλέοντα ψάρια με τις κοιλές γυρισμένες τα πάνω δεν μπορώ να το εξηγήσω, ίσως να φταίει η μουσική που ξεχύνεται εκκωφαντική από το μαγαζί που πληρώνει τα περισσότερα ώστε να σκεπάζει τους άλλους. Σκέφτομαι την επιστροφή του κουκοδήμου, την εξασφάλιση της πλειοψηφίας, τον τσιτουρίδη, τους λοιπούς συγγενείς.
Τι γίνανε οι πρώην άνθρωποι που κατοικούσαν εδώ ; Κάποιοι πέθαναν, κάποιοι αρρώστησαν, κάποιοι τα είδανε πριν από μένα κι' εξαφανίστηκαν. Και που να πάνε ; Το φαινόμενο εξαπλώνεται, αύριο θα κτυπήσει και τα τελευταία οχυρά σαν την άσπρη καρέκλα του "γύφτου" που τελικά επεκράτησε. Λες η καρέκλα να ήταν ο δούρειος κήπος ; Σ΄ενα μπαλκόνι της παραλίας δυό οξυζεναρισμένες τσιφτεντελίζονται με τα σορτσάκια τους και τους στηθόδεσμους. Η πιθανόν γνήσια ξανθιά κρατάει τον ρυθμό με παλαμάκια, καθισμένος ο ευτυχής συνοδός φραππεδίζεται απολαμβάνοντας τα βλέμματα των διερχομένων από κάτω.
Σκέφτομαι τον υπουργό πολιτισμού και μετά τον Μάνο Χατζηδάκι. Χαμογελάω επιτέλους.
Rooms to let παντού, δεν κάνει το τσαντήρι τον γύφτο, είναι να τόχεις μέσα σου, μόλις βρει κατάλληλες συνθήκες θ' ανθίσει.
Παρατηρώ την αξιοπρέπεια των περισσοτέρων ξένων τουριστών και το απορημένο συγκαταβατικό βλέμμα τους. Η θάλασσα είναι ωραία το πρωΐ, το βράδυ προβληματίζονται.
Μετά σκέπτομαι τον υπουργό παιδείας ...(και θρησκευμάτων μη το ξεχνάμε)


Δημοσιεύθηκε σον λογόκηπο στις 3/8/2008 και σχολιάσθηκε

από kanella16 στις Τετάρτη, Αύγουστος 06 @ 05:26:16 EEST
(Πληροφορίες Χρήστη )
Έτσι, το γυφτιλίκι είναι θέμα παιδείας πρωτίστως αναρωτιέμαι αν έμειναν και θάλασσες να "χαρούν" οι τουρίστες...
από meril στις Πέμπτη, Αύγουστος 07 @ 15:35:33 EEST
(Πληροφορίες Χρήστη )
"Σκέφτομαι τον υπουργό πολιτισμού και μετά το Μάνο Χατζιδάκη. Χαμογελάω επιτέλους."

Παρόλη τη γυφτο-ποίηση πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι - πράγματα που θα μας κάνουν να χαμογελάμε (ευτυχώς)

Τρίτη 15 Ιουλίου 2008

Σφίξαν' οι ζέστες !



Την ήθελα διακαώς και απελπισμένα. Σαν το ξερό χώμα την βροχή, όπως ο κάθε Μιμίκος την Μαίρη του. Καθότανε απέναντι μου κοντινή μα τόσο απόμακρη συνάμα, ποθητή όπως η παγωμένη μπύρα που δεν έπινε ή το βραχιόλι στο γυμνό της πόδι. Με αρρώσταινε το ανεξιχνίαστο χαμόγελό της, η μπούκλα στο μέτωπό της, το γούνινο τσαντάκι της.
Ναι ήμουνα άρρωστος γι’ αυτήν. Πολύ άρρωστος. Χιλιάδες τρόπους σκέφτηκα για να την μαγνητίσω που έλεγε κι’ ο κατσιμίχας, τίποτα. Τίποτα δεν μπορούσε να διαπεράσει την ασπίδα προστασίας που της παρείχε η νυκτερινή  μάσκα ομορφιάς, τα ερωτικά λαγνοκύματα μου κάνανε γκελ επάνω της και επιστρέφανε να ανεβάσουνε τη θερμοκρασία μου.
- Τριανταοκτώ κι’ οκτώ.
-Σαρανταέξη.
- Οχι ρε βλάκα γιά πυρετό σου μιλάω τόση ώρα, είμαι άρρωστος, πολύ άρρωστος με την τύπισσα.
- Αυτή εξ απεναντίας ;
- Ναι ρε με το μπυρόνι που δεν το πίνει, ανάθεμα την κι’ όσο δεν το πίνει τόσο ανάβω.
- Γιατί ρε ;
- Ταυτίζομαι κολλητέ, αυτό θα πει έρωτας, για μεγάλη μηχανή σου μιλάω, πιες την κοριτσάκι μου να δροσιστώ κι’ εγώ λιγουλάκι !
- Τι κοριτσάκι ρε, τάχει τα χρονάκια της.
- Με τρελλαίνει η πατίνα του χρόνου στις ρυτίδες της και το μάσκαρα στα μάτια της, κολλητέ. Τριανταεννιά και εννιά...
- Σαρανταοκτώ !
- Μαλάκας είσαι ρε ; Βαλτό σε βρήκαμε στη κάψα μας ;
- Θες ένα παγωτό να χαλαρώσεις ; Γιατί δεν της μιλάς ;
- Τι να της πω ρε γκαγκάριν ;
- Γιατί δεν πίνει τη μπύρα της.
- Λες ;
- Δοκίμασε.
- Γιατί δεν πίνετε τη μπύρα σας ;
- Σου έχουν μιλήσει γιά το ρέικι ;
- Όχι, τι είναι αυτό ;
Τό Ρέϊκι σαν μέθοδος φυσικής θεραπείας, ήταν γνωστό από την αρχαιότητα, αλλά η γνώση  αυτή είχε, με την πάροδο των αιώνων ξεχαστεί. Ωσπου στά τέλη του 19ου ή κα τις αρχές του 20ου ένας Ιάπωνας, ο Μικάο Ουσούϊ, ψάχνοντας γι' αυτή τη χαμένη γνώση και τον τρόπο χρήσης της από τούς ανθρώπους, κάνοντας ένα πολύχρονο και κοπιαστικό ταξίδι σε δύση και ανατολή, την επανέφερε σε ισχύ και μας την παρέδωσε μέσα από προφορική διδασκαλία, η οποία, μέχρι σήμερα, από δάσκαλο σε δάσκαλο περνάει σε όλους εκείνους που σαν μαθητές ενδιαφέρονται να εξερευνήσουν και ν' ακολουθήσουν αυτόν τόν δρόμο
- Ωχ. Ψήνομαι από τον πυρετό...
- Να προσθέσω το κατίτίς μου. Το ρέικι χρησιμοποιείται πια και σε νοσοκομεία στην Ευρώπη και την Αμερική. Μία από τις χρήσεις, η ανακούφιση του πόνου των καρκινοπαθών σε τελευταίο στάδιο. Το ωραίο με το ρέικι είναι ότι οι θεραπευτές δεν κρατούν την γνώση τους για τον εαυτό τους. Από τη στιγμή που κάποιος θέλει να πάρει βαθμό, μπορεί να το κάνει για να θεραπεύει τον εαυτό του και τους άλλους. Οι μυήσεις είναι απλές. Δεν χρειάζεται να αποδεχτείς καμία φιλοσοφία ή αρχή.
- Δεν έχω καρκίνο κοπέλλα μου, πιές την μπύρα σου να δροσιστώ λίγο...
- Οπως λέει μια φίλη και δασκάλα, το ρέϊκι είναι σαν το νερό πού περνάει μέσα από το λάστιχο του κήπου. εμείς είμαστε το λάστιχο. Δεν υπάρχει κριτική, δεν υπάρχει διάκριση, δεν υπάρχει προσωπική θέση, δεν υπάρχει απόρριψη. όλα και όλοι στον χώρο του ρέϊκι είναι αποδεκτά. Με τα ό,τι του ο καθένας. Και η ενέργεια σου δείχνει τον δρόμο της ταπεινότητας και την απομάκρυνση από τον δρόμο της χωριστικότητας, πού δημιουργεί το εγώ.
- Πλάκα μου κάνεις, τι λάστιχα του κήπου, καίγομαι, πιές τη μπύρα σου να δροσιστώ και γω λιγουλάκι
- Μα πως γίνεται αυτό ;
- Είμαι ταυτισμένος μαζί σου κοπέλλα μου, εξαρτώμαι ομοιοπαθητικά απ’ τη δίψα σου
- Τι μου θύμισες τώρα ! Την πρόταση μιας φίλης μου :
«Ποτέ δεν κατάλαβα τί ακριβώς είναι το ρέικι, και πώς ακριβώς να το εξηγήσω στους άλλους. Δεν μ' αρέσουν οι μαγγανίες και τα ζώδια. Το ρέικι όμως δεν είναι αυτό. Δεν είναι αυθυποβολή, είναι κάτι ΑΠΤΟ. Κι επειδή όπως είπα και πιο πάνω τα πολλά λόγια δεν λένε τίποτα προκαλώ τους άπιστους Θωμάδες με αντάλλαγμα ένα μπουκάλι μπύρα, να έρθουν σε μένα για μία συνεδρία. Κανείς δεν έχει να χάσει τίποτα. Πιθανόν μετά απλά να χαμογελάτε και να μην μπορείτε να το εξηγήσετε»
- Ε πιές την και θα σου πάρω άλλη !
Την ήπιε.
Επιτέλους !
Η θερμοκρασία μου επανήλθε στα κανονικά της επίπεδα. Τριαντα έξη και έξη...
- Μη πεις σαρανταδύο. Θα σε πνίξω.
- Δεν μίλησα, κολλητέ !
Την κοίταζα τώρα πιο κουλ. Ισως να ήταν το τυχαίο άγγιγμά της αλλά αισθανόμουνα περίεργα μέσα μου. Τα χαρακτηριστικά της δεν μου προκαλούσαν πια πόθο και έξαψη, το μακιγιάζ της δεν έδενε αρμονικά με το δέρμα της. Είχε αλλάξει και πόδι στο σταυροπόδι της, όλα έχουν τη σημασία τους όταν τα κοιτάς ψύχραιμα. Σκέφτηκα πως το ρέικι μεταδίδεται με ένα απλό άγγιγμα. Και ίσως πράγματι όλα να τα θεραπεύει.

Τα εδάφια με μπλε πλάγια γράμματα είναι από σχετική ανάρτηση στη lifo

Κυριακή 13 Ιουλίου 2008

;?;?; ΜΗΜΕΙΟ ;?;?;


Μ(ν)ημείο Ανακύκλωσης (!)

Χημείο Ανακύκλωσης (;)

Σημείο Ανακύκλωσης, συγχαρητήρια το βρήκατε !!

Το Σ έπεσε, το σίγμα που στη σημειολογία των γραμμάτων συμβολίζει τον φαλλό (όπως το άλφα την αγελάδα).
Λέτε να το ανακυκλώσουν ; Να του δώσουν βιάγκρα νάρθει στη θέση του ;

Μήπως καλύτερα Μημείο ;
Να μας θυμίζουν την ανακυκλωμένη Μιμή και τον αιωνίως ανακυκλώνοντα τις μπούρδες του Μίμη (μπρρρρ)

ΜΗ πως ...ΜΗ...ΜΕΙΟ(ν) να μας υπενθυμίζει ότι το μηχάνημα σπανίως λειτουργεί ; Ολα δικά σας τα θέλετε. Ο Δήμαρχος το τοποθέτησε. Δεν σας φτάνει ; Αχάριστοι !

Σάββατο 12 Ιουλίου 2008

Διαδικτυακά θλιμμένα




Σαν βρεθείς χαμένος στο πλήθος
και μπερδεμένος στο διαδίκτυο
μάζεψε τα κουρέλια σου
και βρες ένα σάϊτ- καλό είναι και τούτο δω

Κρύψε καλά τις αδυναμίες σου
διάλεξε το νικ που σου ταιριάζει
καλύτερα ίσως τ' όνομά σου
κανείς δεν θα το πάρει σοβαρά

Μή φανερώσεις τη ψυχή σου
γεύμα λουκούλειο προσφέρεις
σε πεινασμένους γι' ανθρωποθυσίες
και τελετές αιμοποσίας

Πιάσε το μετερίζι σου
και όλους γύρω κοίτα
κάπου τους έχεις ξαναδεί
μ' άλλο νικ, με άλλο στυλ, πάντα οι ίδιοι

Πάντα υπάρχει Κασσιανή
και πρόθυμη μαζί σου ν'αμαρτήσει
μα στο κελλί της άλλος δεν χωρά
το ενδιαφέρον σου την τρέφει

Και η Μελίντα πάντα εκει
βασίλισσα του πλήθους...
χωρίς την θέλησή της, φυσικά...
πως τά' φερε η τύχη...

Παντού το ίδιο υλικό
με συνθεσάϊζερ ραμμένο
διλλήματα πιεστικά
μαζί μου ή με τους άλλους

Αν το καινούργιο πας να πεις
αστυνομία φέρνουν
και στα καινά δαιμόνια
το έψιλον προβάρουν

καθένας μία πινελιά
και τ' άγγελου η εικόνα
παίρνει μορφή φαντάσματος,
την τέχνη τους την ξέρουν

Ξεκίνα με καλό κρασί
κι' ύστερα δώσ'τους ξύδια
σκληρό είναι το παιχνίδι τους
κι' η γεύση τους καμένη

Κι' αν το παιχνίδι βαρεθείς
καιρός γιά να την κάνεις
καν΄το μεγάλο χτύπημα
κάν'το κι' ας είναι μπλόφα

Μη φοβηθείς κι' απάντηση
δεν πρόκειται να πάρεις
την πέτρα δεν την συγκρατεί
το δίκτυ της αράχνης

Νομίζω είχες αρκετά
το έργο ξαναρχίζει
τι να το δεις στην αίθουσα
τι μόνος σου στο σπίτι

 Δημοσιεύθηκε στο www.logokipos.gr στις 4/8/2008 και σχολιάσθηκε :

από Nikareti (aftokaitoallo@gmail.com) στις Δευτέρα, Αύγουστος 04 @ 15:50:28 EEST
(Πληροφορίες Χρήστη | Journal)
είχες ή είδες στην τελευταία στροφή;

όπως το λες, ένα διαδικτυακό σοφό ναι μεν αλλά αρκετά θλιμμένο ποίημα, θέλω να πιστεύω πως υπάρχει και η ευχάριστη πλευρά και πως εδώ βρίσκεις ακριβώς αυτή την πλευρά του.
από gpoint (gpointofview@gmail.com) στις Δευτέρα, Αύγουστος 04 @ 16:20:52 EEST
(Πληροφορίες Χρήστη )
Eλπίζω ο χώρος να μου δείξει την ευχάριστη πλευρά του διαδίκτυου.
Είχα, επηρεασμένος από το ντυλανικό I had enough
από tsiailisworld στις Τετάρτη, Αύγουστος 06 @ 05:37:19 EEST
(Πληροφορίες Χρήστη )
πολύ ωραίο, ως απολαυστικό!!! θελει βεβαίως τις διορθώσεις του, αλλά φαίνεται πως είναι πρώτη γραφή κι αυτό το κάνει πιο σημαντικό ως δείγμα