Στο καβούκι μου

Τα κείμενα της καθημερινότητας θα δημοσιεύονται στο εξής στον Βερνάρδο τον ερημίτη, στην διεύθυνση : http://gerimitiis.blogspot.gr/

Ποιήματα θα βρείτε στην ποιηματοποίηση

ενώ

Πεζά και διηγήματα στην διηγηματοποίηση

...

Τι δεν είναι και τι είναι το gpoint'sbreeze

Δεν είναι χώρος που προωθεί έμμεσα ή άμεσα διαφημίσεις.
Δεν είναι χώρος που θα σας προωθήσει σε άλλα μπλογκς πλην των άλλων του δημιουργού της.
Δεν είναι χώρος που θα σας υποχρεώσει ν' ακούσετε την μουσική που αρέσει στον δημιουργό του.

Είναι ένας χώρος που σέβεται την σκέψη και την ελληνική γλώσσα.
Είναι ένας χώρος που προσπαθεί να σέβεται τους επισκέπτες του και τον εαυτό του.



Παρασκευή, 14 Μαΐου 2010

Το σφύριγμα του γκιώνη



Φιού...φιού...φιού
Μονότονο κατά τακτά χρονικά διαστήματα το σφύριγμα του γκιώνη έχει την τιμητική του αυτά τα δειλινά, μέσα στο κέντρο της πόλης, στο ξέφωτο που σχηματίζουν μια πλατεία, ένα νοσοκομείο και το σπίτι του αμερικάνου πρεσβευτή. Δένδρα ψηλά και αιωνόβια, κτίρια νοσοκομειακά, χωρίς μπαλκόνια, άρα με ήσυχες στέγες, προσήλκυσαν τον επίδοξο φτερωτό εραστή που κάθε δείλι, τις τελευταίες μέρες, κράζει ερωτικά κι΄απελπισμένα ή δηλώνει την παρουσία του, τα πουλιά έχουν δική τους και δύσκολη ψυχολογία, άντε να ξέρεις.

Βird on the horizon, sittin’ on a fence
He’s singin’ his song for me at his own expense
And I’m just like that bird, oh, oh
Singin’ just for you
I hope that you can hear 

hear me singin through these tears
Τρίχες και υπερβολές. Καλά τα λέει το τραγούδι αλλά για νέους. Στους πιο μεγάλους αυτός ο πόνος μαλακώνει, ξεχνιέται. Δεν είναι τόσο απαιτητός όσο στη νιότη. Γλυκαίνει, σαν την πληγή που ψάχνεις με την γλώσσα μες στο στόμα να σου θυμίσει πως ακόμα βρίσκεται εκεί.
Ποιός ξέρει κι' ο γκιώνης τι να ψάχνει.
Γκιώνα, με προίκα μια φωλιά ή μια απλή ξεπέτα ;
Αυτός όμως ήξερε. Θυμόταν. Οσα τον βόλευαν μόνο, ίσως, αλλά θυμόταν. Σίγουρα λάθη και κακές στιγμές τις είχε σβήσει, ακόμα και κάποιες από τις όμορφες στιγμές. Καθένας κατά τον χαρακτήρα του βαστάει αναμνήσεις. Το αεροπλάνο το θυμόταν, έφευγε πάντα στην ώρα του για Αυστραλία-χωρίς αποσκευές- αλλά τα κότσια, τα μπαλάκια δεν υπήρχαν ν' αφήσουν πίσω τους μεμιάς ότι υπήρχε στη ζωή τους, άψυχο κι' έμψυχο υλικό. 
Μα και την φράση που τον βόηθαγε ο χρόνος να κυλάει, την θυμότανε καλά, όπως το χρώμα των ματιών της : " Χώρια θα ζήσουμε, μα θα γεράσουμε μαζί".
Κόντευε η ώρα.

You made it there somehow
You’re a big girl now


Αυτό το κομμάτι του τραγουδιού ήταν πιο κοντά στην αλήθεια, ειδικά η δεύτερη πρόταση. Η πρώτη βόλευε, αποποίηση ευθυνών, ακόμα και των κοινών.




Σε μερικά τρόλεϋ κάποιες θέσεις είναι ψηλότερα από τις άλλες. Βρέθηκε εκεί πηγαίνοντας για την δουλειά και το μυαλό του γύρναγε στον γκιώνη, σε λίγο θ' άκουγε το σφύριγμά του. Τον συγκινούσε η κραυγή του, ήταν το σύνθημα πριν χρόνια μεταξύ των αρσενικών μελών της οικογενείας του, όταν θέλαν να βρεθούν στα κρυφά, καθένας σφύριζε γκιώνη να ειδοποιήσει τους άλλους. Οι σκέψεις τον απορρόφησαν από την άλλη αγαπημένη ασχολία στα λεωφορεία, να παρατηρεί τους συνεπιβάτες, περνάει ευκολότερα η ώρα της μετακίνησης. Στα ασανσέρ που τις περισσότερες φορές ταξιδεύει κάποιος μόνος, βάζουνε ένα καθρέπτη να αναπληρώσει το κενό. 
Σαν έφτασε στη στάση του μετρό δεν κινήθηκε, δεν βιαζόταν εξ άλλου, ήξερε πως οι περισσότεροι εδώ κατέβαιναν, είχε καιρό. Στην μπροστινή πόρτα του τρόλεϋ, τόσο κοντά και συγχρόνως τόσο μακριά, πήρε τα πρώτα σινιάλα, ύψος, σουλούπι, μαλλί όλα κάτι του θύμιζαν. Μπροστά του ο κόσμος στριμωγμένος στη μεσαία πόρτα τον είχε μπλοκάρει, δεν μπορούσε να πλησιάσει. Κοίταζε να ξεχωρίσει το πρόσωπο μα το μαλλί. αυτό το ίσιο, μακρύ και βαρύ που τόσο λάτρεψε δεν άφηνε να φανούν χαρακτηριστικά. Βέβαια η απόχρωση ήταν ελαφρά διαφορετική αλλά ήταν φυσιολογικό να είχε αρχίσει να τα βάφει. 
Αραγε ήταν ; Η ανδρεναλίνη άρχισε να ανεβαίνει όσο δεν μπορούσε να δει. Ηρέμησε προς στιγμή με την σκέψη ότι ήξερε προς τα που θα κινηθεί, θα την προλάβαινε οπωσδήποτε αν ήταν αυτή. Χάθηκε από το οπτικό του πεδίο σαν πλησίασε την πόρτα, κατέβηκε  από το λεωφορείο με μια σιγουριά και κοίταξε προς την "σωστή" κατεύθυνση.
Το κενό που αντίκρυσε ήταν σαν γροθιά στο στομάχι. Θυμήθηκε πως είχε μετακομίσει πριν δεκα τόσα χρόνια, στον ίδιο τόπο βρισκότανε, όχι στον ίδιο χρόνο. Γύρισε προς την άλλη μεριά. Το περπάτημά της...θα ορκιζότανε πως ήταν αυτή που χανότανε στις σκάλες του μετρό. Χύμηξε να την συναντήσει αλλά το μόνο που πρόλαβε ήταν μια φευγαλέα εικόνα της πίσω απ΄το τζάμι του τραίνου που μόλις ξεκινούσε. Προσπάθησε να την συνταιριάξει με την παλιά εικόνα στην μνήμη του ρίχνοντας αυθαίρετες πινελιές από την πατίνα του χρόνου, ταίριαζε αρκετά, αλλά τα δυό στοιχεία της επιβεβαίιωσης, το λακάκι στο αριστερό της μάγουλο και το χρώμα των ματιών δεν διακρίνονταν καθαρά.
Βγήκε από το μετρό σκεπτικός και πήρε το δρόμο για τον προορισμό του.
Το φιού...φιού του γκιώνη είχε ήδη αρχίσει να ακούγεται, ετοιμαζόταν να ζήσει την καινούργια-ίδια με τις προηγούμενες νύχτες.

Δεν υπάρχουν σχόλια: