Στο καβούκι μου

Τα κείμενα της καθημερινότητας θα δημοσιεύονται στο εξής στον Βερνάρδο τον ερημίτη, στην διεύθυνση : http://gerimitiis.blogspot.gr/

Ποιήματα θα βρείτε στην ποιηματοποίηση

ενώ

Πεζά και διηγήματα στην διηγηματοποίηση

...

Τι δεν είναι και τι είναι το gpoint'sbreeze

Δεν είναι χώρος που προωθεί έμμεσα ή άμεσα διαφημίσεις.
Δεν είναι χώρος που θα σας προωθήσει σε άλλα μπλογκς πλην των άλλων του δημιουργού της.
Δεν είναι χώρος που θα σας υποχρεώσει ν' ακούσετε την μουσική που αρέσει στον δημιουργό του.

Είναι ένας χώρος που σέβεται την σκέψη και την ελληνική γλώσσα.
Είναι ένας χώρος που προσπαθεί να σέβεται τους επισκέπτες του και τον εαυτό του.



Κυριακή, 23 Αυγούστου 2009

Περι Πέτιας, περιπέτεια

Ο πιστότερός μου φίλος


Κάθε Παρασκευή, τώρα το καλοκαίρι, σκέπτομαι την Αγία Παρασκευή, μεγάλη η χάρη της. Είναι κληρονομικό, οικογενειακό μου, αυτό. Πάντα θυμόμουνα την συγχωρεμένη την μάνα μου που μου έλεγε πως την έβλεπε τακτικά στα όνειρά της να την συμβουλεύει. Ετσι στην κατοχή πήρε τα βουνά φορτωμένη τα προικιά της να τα ανταλλάξει με τρόφιμα όταν της το ψιθύρισε μια μαυροφορεμένη στο όνειρό της. Με τις ανταλλαγές πήρε μια κατσίκα με την οποία την βγάλανε όλο το δύσκολο διάστημα, χαμογελώντας συγκαταβατικά στις βλάχες που φοράγανε τις Κυριακές, σαν ερχότουσαν από τα μέρη της μάνας μου, τα κεντητά τραπεζομάντηλα σαν επίσημη ενδυμασία. Μετά η μαυροφορεμένη την έστειλε στην Αθήνα να βρει και να παντρευτεί τον πατέρα μου εν μέσω εμφυλίου. Πάντως όταν εγώ μεγάλωσα, αραίωσε τις επισκέψεις της ή η μάνα μου δεν μου μίλαγε πια για τα όνειρά της, όταν μεγαλώσουν τα παιδιά σου, τι όνειρα προσωπικά νάχεις;
Στο χωριό υπάρχει φυσικά εκκλησία της Αγίας Παρσκευής, παλιά και ιστορική, έχει μάλιστα και ένα ρολόϊ ηλιακό στην νότια είσοδο που έφιαξε κάποιος ενορατικός κάτοικος πολλά χρόνια πριν ανακαλυφθεί η θερινή ώρα. Το λέω αυτό γιατί άκουσα να λένε ότι το ηλιακό ρολόϊ πάει πίσω !! Το παλιό μας σπίτι ήταν εκεί κοντά αλλά για κάποιους λόγους που δεν έμαθα ποτέ εμείς πηγαίναμε στην άλλη εκκλησία στην άλλη άκρη του χωριού. Φαίνεται την Αγία Παρασκευή την είχανε μόνο για τα όνειρα. Σαν παιδί φανταζόμουνα την Αγία Παρασκευή να βγαίνει τα βράδια πετώντας από το καμπαναριό και να έρχεται σπίτι μας. Την φανταζόμουνα να πηγαίνει και να μιλάει με την μάνα μου, οπότε ούτε φοβόμουνα ούτε περίεργος ήμουνα να μάθω τι της λέει, ηταν κάτι που «υπήρχε» φυσιολογικά την εποχή εκείνη.
Μεγαλώνοντας το ενδιαφέρον μου μετατοπίστηκε στην γιορτή της Αγίας Παρασκευής, στις τελευταίες μέρες του Ιούλη οπότε η γιαγιά της φίλης μου της Βούλας, συνονόματη κι’ αυτή, έφιαχνε σπιτική καρυδόπιττα. Τις χρονιές που ξέχναγα την μέρα της γιορτής έμενα χωρίς την γλύκα του γλυκού της.
Χρόνια πολλά περάσανε από τότε και δεν μου έτυχε να ονειρευτώ την Αγία Παρασκευή ούτε να συναντήσω στην ζωή μου κάποια Παρασκευούλα. Αλλάξαμε και σπίτι οπότε δεν πέρναγα εξω από την εκκλησία, σιγά-σιγά η ζωή μου περιορίστηκε σε άλλα γυνσικεία ονόματα, το Παρασκευή μου θύμιζε μόνο την τελευταία εργάσιμη μέρα της εβδομάδας, μέχρι την τελευταία Παρασκευή…
Ξυπνάω νωρίς κάθε μέρα, με το σπάσιμο της αυγής και κοιτάζω από το μπαλκόνι τα θαλάσσια σημάδια για να κανονίσω τα ψαρέματά μου ανάλογα με τον καιρό. Την Παρασκευή βέβαια δεν χρειαζόταν να κοιτάξω, ο αέρας λυσσομανούσε όλη την νύχτα και φυσικά θα συνέχιζε όλη την μέρα. Ξαναγύρισα στο κρεββάτι μου και προσπάθησα να ξανακοιμηθώ. Κάπου μεταξύ ύπνου και ξύπνιου κατάλαβα ότι συνομιλούσα σε μια άγνωστή μου γλώσσα με μια λεπτή μαυροφορεμένη οπτασία. Δεν θυμάμαι τι συζητάγαμε, θυμάμαι μόνο την τελευταία ερώτηση που έκανα : «Τι γλώσσα μιλάμε;» ¨Βουλγάρικα» ήταν η απάντηση της μαυροφορεμένης που χάθηκε απομακρυνόμενη από το όραμά μου. Ο αέρας με υποχρέωσε σε ψαρευτική αδράνεια, οι ώρες κύλισαν βασανιστικά μέχρι να μεσημεριάσει και να πάω για μπάνιο. Ούτε σκέψη για βάρκα, αποφάσισα να πάω με το αυτοκίνητο σ’ ένα κολπίσκο που απάγγιαζε κάπως στο βοριαδάκι. Κατέβηκα σε κάτι βραχάκια και βούτηξα με την μάσκα. Απελπισία. Ανακατωμένη η θάλασσα είχε σηκώσει όλα τα εποχικά άνθη απ’ τα φύκια, ολόϊδια με χιονοθύελλα σε άλλα χρώματα. Αδύνατον να ψάξω για χταπόδια ή όστρακα, βγήκα γρήγορα με μοναδικό τρόπαιο ένα όστρακο όπου το πορτοκαλί «νύχι» του σαλιγκαριού θυμίζει ημιπολύτιμο λίθο. Ξάπλωσα κλείνοντας τα μάτια και μου φανηκε πως είδα πάλι την μαύρη οπτασία. «Δος μου το νύχι» μου είπε. Σαν σε όνειρο έβγαλα το μαχαίρι μου και απέσπασα το «νύχι» από το όστρακοειδές. Εκλεισα πάλι τα μάτια αλλά η μαυροφορεμένη οπτασία είχε εξαφανισθεί ενώ μια άλλη, μπικινοφορούσα ξανθειά, είχε εμφανισθεί όταν τα ξαναάνοιξα.. Αρχισα να παρατηρώ σχεδόν αδιάκριτα την νεοφερμένη, η εικόνα της σωματικά ικανοποιούσε πλήρως τα κριτήριά μου, ενώ στο βάθος μου φαινότανε ότι έβλεπα μια μαυροφορεμένη να απομακρύνεται. Το χαμογελαστό πρόσωπο της κοπελλιάς με τράβαγε σαν μαγνήτης
Ολοι οι άνθρωποι μερικές φορές οπλίζονται με θάρρος. Σηκώθηκα, πήρα το «νύχι» και της το πρόσφερα λέγοντας « Μπορείς με λίγη πλαστελίνη να κάνεις ένα δακτυλίδι για να παίζει η κόρη σου ή ακόμα να το δέσεις σε κανονικό δακτυλίδι». Βέβαια δεν ήξερα αν είχε παιδιά αλλά εκείνη την στιγμή ξεπρόβαλε πίσω από ένα βράχο ένα κοριτσάκι τριών- τεσσάρων ετών. Η κοπελλιά το περιεργάστηκε, με κοίταξε στα μάτια και είπε
«Δεν καταλαβαίνει όλα ελληνικός»
«Τι γλώσσα καταλαβαίνεις;»
«Ινγκλισς»
Ανακουφισμένος της εξήγησα με τα μέτρια αγγλικά μου τα περί δακτυλιδιού. Και τα δικά της αγγλικά μέτρια ήταν, μίλαγε σε μια άλλη γλώσσα με το κοριτσάκι της.
«Γουέρ αρ γιου κομ φρομ ;»
«Μπολγκάρια»
Μιλήσαμε αρκετή ώρα για διάφορα πράγματα σαν να είμαστε παλιοί φίλοι. Το κοριτσάκι έδειχνε μαγεμένο με το κόσμημά της και ακολουθούσε τις συμβουλές της μαμάς της για να μη το χάσει. Κάποια στιγμή αισθάνθηκα πως έπρεπε να φύγω.
«Γουέλ, θενκς φορ δε βερυ νάϊς τόκιν γουιδ γιου»
«Ο, γιες ιτ γουοζ νάις. Γουατ ιζ γιορ νέιμ ;»
«Δέι κολ μι Τζι. Γουατς γιόρς ;»
«Πέτια»
«Γουάτ ;»
«Πέτια, ιτς α μπολγκάριαν νέιμ, ιτ μίινς δε σέιμ γουιθ δε γκρίικ νέιμ Παρασκευή…»

Μερικά "νύχια" από όστρακα

Δεν υπάρχουν σχόλια: